Επί αξιώσεων αποζημίωσης τρίτου λόγω αδικοπραξίας, οφειλόμενης σε πράξη ή παράλειψη στη συντήρηση και λειτουργία συγκεκριμένου τμήματος της Εγνατίας Οδού, ευθύνονται εις ολόκληρον τόσο η ανάδοχος όσο και η κυρία του έργου «Εγνατία Α.Ε.», στην οποία παραχωρήθηκε κατά νόμο η επίβλεψη και παρακολούθηση εκτέλεσης των συγκεκριμένων συμβάσεων δημοσίων έργων. Το αυτό ισχύει και προκειμένης αναδοχής για την κατασκευή συμπληρωματικών εργασιών διαμόρφωσης με άλλους αναδόχους. Νόμω αβάσιμη συνεπώς, κρίνεται  η άρνηση εκ μέρους της «Εγνατίας Α.Ε.» της ευθύνης της εκ προστήσεως σε σχετικές δίκες.

Σύμφωνα με την Απόφαση Δ1α/ο/8/60/12.07.2004 ΥΠΕΧΩΔΕ (Οδηγίες λειτουργίας Εγνατίας Οδού) βασικές δράσεις των υπηρεσιών συντήρησης και λειτουργίας της Εταιρείας αποτελούν οι καθημερινές επιθεωρήσεις (Τεχνική Αστυνόμευση), οι εργασίες επισκευής/αποκατάστασης και βελτίωσης, οι εργασίες χειμερινής συντήρησης, η αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών καθώς και η λειτουργία των Κέντρων Ελέγχου Κυκλοφορίας και των Σταθμών Διοδίων. Η ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε., για την υλοποίηση των εργασιών συντήρησης και λειτουργίας του οδικού δικτύου των αυτοκινητοδρόμων της (κύριου άξονα και καθέτων αξόνων), έχει εγκατεστημένους κατόπιν σχετικών δημοπρατήσεων, έξι (6) Αναδόχους συντήρησης και λειτουργίας. Η Εταιρεία εποπτεύει τους υπόψη Αναδόχους στην εκτέλεση των σχετικών εργασιών και ενεργειών που απαιτούνται για να διατηρείται το οδικό δίκτυο σε άριστη κατάσταση και με απρόσκοπτη – ασφαλή λειτουργία. Στο συγκεκριμένο τμήμα συντήρησης και λειτουργίας της Εγνατίας Οδού, από Α/Κ Παναγιάς μέχρι Α/Κ Κλειδιού, αρμόδιος ανάδοχος είναι η «ΑΕΓΕΚ ΑΕ», η οποία συνήψε με την άνω ΑΕ την υπ’ αριθμ.4146/31.3.2010 σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου και δη του έργου «Εγνατία οδός: Συντήρηση και λειτουργία τμήματος Α/Κ Παναγιάς μέχρι Α/Κ Κλειδιού (2009 – 2014), με όρους συμβατούς προς τις ως άνω νομοθετικές διατάξεις.

 Εν προκειμένω  κρίθηκε ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων ανωνύμων εταιριών, οι οποίες είναι επιφορτισμένες με την επίβλεψη και τη συντήρηση της οδού, διαθέτουν δε για τον σκοπό αυτό τα κατάλληλα μέσα και προσωπικό, ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός του εμποδίου από τους εποπτεύοντες τον αυτοκινητόδρομο (ομάδες άμεσης επέμβασης) που υποχρεωτικά υπάρχουν σ’ αυτόν. Συνεπώς, αιτία του επιδίκου ατυχήματος αποτελεί η παράλειψη των εναγόμενων ν’ αστυνομεύουν επαρκώς την ύπαρξη εμποδίων επί του οδοστρώματος και να λάβουν μέτρα προς αποφυγή αυτών (συντήρηση περιφράξεως). Συνεπώς ευθύνονται η μεν πρώτη (ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε) υποκειμενικά η δε δεύτερη (ΑΕΓΕΚ ΑΕ), αντικειμενικά για τις ζημίες που υπέστη ο ενάγων εξαιτίας του ατυχήματος, απορριπτομένης ως αβασίμου της ενστάσεως εκ του άρθρου 300 ΑΚ που πρότειναν οι εναγόμενες.

Πρόστηση

Mεταξύ εργοδότη και εργολάβου Δημόσιων Έργων

 

Η ευθύνη του προστήσαντος και  προστηθέντα είναι εις ολόκληρον.  Αδιάφορη είναι η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα.  Αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε τελούσε υπό τις οδηγίες και τις εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψη του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, πάντως, ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικώς προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος. Αν με τη βούληση του προστήσαντος ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στη διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, αυτοί θεωρούνται προστηθέντες του αρχικού προστήσαντος, ο δε τελευταίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίδει οδηγίες και εντολές σε αυτούς.

  Εξάλλου από τα άρθρα 682, 688 έως 691 του Α.Κ. προκύπτει ότι, δεν θεωρείται προστηθείς του εργοδότη ο εργολάβος, που δε βρίσκεται σε σχέση εξαρτήσεως.  Ο εργοδότης όμως ευθύνεται για τα πταίσματα του εργολάβου κατά την εκτέλεση του έργου, όταν έχει διαφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου, οπότε αφού υπακούει σας οδηγίες του ο εργολάβος, θεωρείται προστηθείς του. Τα προαναφερόμενα ισχύουν και επί εκτελέσεως δημοσίου έργου.

 Απόφ.Ειρ…..


Θεσσαλονίκης 5711/2017

Πρόεδρος :  Ελισάβετ Παπαστεργιοπούλου

Δικηγόροι : Ελισάβετ Μπάτζιου – Πέτρος Γεωργιάδης  – Αβραάμ Παυλίδης

 

 

Σχόλια – Παρατηρήσεις

 

  1. Πρόσκρουση ΙΧΕ επί εμποδίων – σκύλων εντός αυτοκινητοδρόμου

Σχετικά µμε τις ευθύνες των παραχωρησιούχων εταιριών κατασκευής Εθνικών οδών

βλ. και Απόφ. Ειρ.Αθ.680/2013ΕΣυγκΔ 2013/54, Ειρ.Κομοτ.354/2013, ΕΣυγκΔ 2013/548

 

 

Κείμενο Απόφ.Ειρ.Θεσσαλονίκης 5711/2017

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

  1. Από τα άρθρα 297, 298, 300 και 330 του Α.Κ., συνάγεται ότι, για τη γένεση ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία και, συνακόλουθα, υποχρέωσης του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα, απαιτούνται: α) ζημία κάποιου, β) η ζημία αυτή να προκλήθηκε από το δράστη παρανόμως, γ) ο ζημιώσας να βρίσκεται σε υπαιτιότητα, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, όταν δηλαδή, κατά το άρθρο 330 του Α.Κ. δεν καταβάλλεται από το δράστη η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαίτιου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού, και ε) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε (ΑΠ 831/2005, ΕλλΔικ 47/95). Η προκληθείσα από το δράστη ζημία είναι παράνομη όταν προσβάλλεται με τη συμπεριφορά του (πράξη ή παράλειψη) δικαίωμα του παθόντος προστατευόμενο από το νόμο και η υπαίτια παράλειψη του δράστη γεννά την προς αποζημίωση υποχρέωσή του, όταν αυτός ήταν υποχρεωμένος στην πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (Α.Π. 996/2004 ΕλλΔικ 47,1624).

Πρόστηση

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παρανόμως κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της άνω διατάξεως προϋποθέτει: 1)σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας, που μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπο του κατά τη διενέργεια υλικών κυρίως ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, 2)ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του Α.Κ., και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί βάσει συμβάσεως (μισθώσεως εργασίας, εντολής κ.λπ.), ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που δόθηκαν σ’ αυτόν, ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν την μεταξύ τους σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ’ αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δε θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσον για την τέλεση της αδικοπραξία, που κατέστη (η τέλεση) δυνατή, εξαιτίας ακριβώς της θέσεως των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο προστήσας στο πλαίσιο της ειδικής σχέσεως προς τον προστηθέντα) και με την χρησιμοποίηση τους για άλλο σκοπό από εκείνον για τον οποίο του ανατέθηκαν. Επισημαίνεται δε ότι είναι αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε τελούσε υπό τις οδηγίες και τις εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψη του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, πάντως, ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικώς προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος. Αρκεί ο προστηθείς να ενεργεί υπό τον έλεγχο του προστήσαντος ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει, όμως, μια γενική εποπτεία (ΑΠ 698/2012 Τ.Ν.Π. Νόμος). Αν με τη βούληση του προστήσαντος ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) οτη διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, αυτοί θεωρούνται προστηθέντες του αρχικού προστήσαντος, ο δε τελευταίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίδει οδηγίες και εντολές σε αυτούς. Η ευθύνη του προστήσαντος και του προστηθέντα είναι εις ολόκληρον (ΑΠ 291/2011 ΔΕΕ 2011/922). Εξάλλου από τα άρθρα 682, 688 έως 691 του Α.Κ. προκύπτει ότι, δεν θεωρείται προστηθείς του εργοδότη ο εργολάβος, που δε βρίσκεται σε σχέση εξαρτήσεως, ο εργοδότης όμως ευθύνεται για τα πταίσματα του εργολάβου κατά την εκτέλεση του έργου, όταν έχει διαφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου, οπότε αφού υπακούει σας οδηγίες του ο εργολάβος, θεωρείται προστηθείς του (ΑΠ 875/2012 Τ.Ν.Π. Νόμος). Τα προαναφερόμενα ισχύουν και επί εκτελέσεως δημοσίου έργου, δεδομένου ότι η έναντι των τρίτων ευθύνη του κυρίου του έργου, ως προστήσαντος δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 34§3 του Π.Δ. 609/1985, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 27 του Ν. 1418/1984, κατά την οποία «ο ανάδοχος σε κάθε περίπτωση βαρύνεται…, με τις δαπάνες αποζημιώσεων ζημιών στο προσωπικό του, στον κύριο του έργου ή σε οποιονδήποτε τρίτο…», αφού η διάταξη αυτή ρυθμίζει τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ αναδόχου και κυρίου του έργου, χωρίς να τροποποιεί την κατά το άρθρο 922 του Α.Κ. ευθύνη του τελευταίου απέναντι στο ζημιωθέντα (ΕφΛαμ 122/2011 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΠατρ 892/2006 ΑχαΝομ 2007/110), απλώς έχει περιεχόμενο υποσχέσεως ελευθερώσεως, υπό την έννοια του άρθρου 478 του Α.Κ. και παρέχει στον κύριο του έργου αξίωση αναγωγής κατά του αναδόχου για την αποζημίωση που η ίδια οφείλει σε ζημιωθέντες τρίτους (ΠΠρΑΘ 2/2006 ΧρΙΔ 2006/222).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17§§3, 4 του Ν. 3212/2003: «3. Αρμοδιότητες σχετικές με την ευθύνη συντήρησης, λειτουργίας ή εκμετάλλευσης οδικών δικτύων, οι οποίες σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία ασκούνται από το Δημόσιο και νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αν αφορούν την Εγνατία Οδό, ανήκουν αποκλειστικώς στην εταιρεία «Εγνατία Οδός Α.Ε.» και ασκούνται από αυτήν. 4. Η εταιρεία «Εγνατία Οδός Α.Ε.» έχει έναντι κάθε υπευθύνου αξίωση αποκατάστασης κάθε ζημίας που προκαλείται στον αυτοκινητόδρομο της Εγνατίας Οδού». Η «Εγνατία Οδός Α.Ε.» ιδρύθηκε βάσει των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 5§§6-7, 15 του Ν. 2229/1994, κατά τις οποίες «6. Με κοινές αποφάσεις … μπορεί να ιδρύονται νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χωριστά για κάθε μεγάλο έργο … προσδιορίζεται το συγκεκριμένο έργο, την πραγματοποίηση του οποίου αναλαμβάνει η εταιρεία και καθορίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια …

  1. Σκοπός των εταιριών αυτών είναι:

α. Η ολική ή μερική μελέτη, κατασκευή, επέκταση, συντήρηση, οργάνωση, εξοπλισμός και εκμετάλλευση κάθε είδους έργου υποδομής, καθώς και η διοίκηση, επίβλεψη και παρακολούθησή τους …

β. Η ολική η μερική ανάθεση, απευθείας, εφόσον αυτό επιτρέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή με διαγωνισμό σε τρίτους, της μελέτης και/ή κατασκευής και/ή επέκτασης και/ή συντήρησης και/ή οργάνωσης και/ή εξοπλισμού και/ή εκμετάλλευσης των έργων υποδομής για τα οποία έχουν συσταθεί, καθώς και της επίβλεψης και/ή παρακολούθησης της εκτέλεσης των σχετικών συμβάσεων και του ελέγχου των σχετικών μελετών. 15. Οι εταιρείες απολαύουν όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών, καθώς και όλων των δικονομικών προνομίων του Δημοσίου. Οι διατάξεις του Κώδικα Δικών Δημοσίου εφαρμόζονται και στις εταιρείες αυτές. Σύμφωνα με την υπ’ αρ. 1692/96/ΕΕ της 23ης Ιουλίου 1996 απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «περί των κοινοτικών προσανατολισμών για την ανάπτυξη των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών», η Εγνατία Οδός ανήκει στο Διευρωπαϊκό οδικό δίκτυο. Σύμφωνα επίσης με την ανωτέρω απόφαση, στις οδούς του Διευρωπαϊκού Δικτύου πρέπει να παρέχονται στους χρήστες υποδομές υψηλής ποιότητας υπό αποδεκτούς οικονομικούς όρους και να εξασφαλίζεται η παροχή υψηλού και ομοιόμορφου επιπέδου υπηρεσιών άνεσης και ασφάλειας. Η τήρηση των παραπάνω συνθηκών έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση τη συνέργεια και συμμετοχή των χρηστών της οδού στις ενέργειες διασφάλισης του επιπέδου ασφάλειας και άνεσης της οδού με τη συμμόρφωσή τους σε συγκεκριμένους κανόνες και ρυθμίσεις.

Με σκοπό τον προσδιορισμό των σχέσεων της Εταιρείας «Εγνατία Οδός Α.Ε.» με τους χρήστες της Εγνατίας Οδού, έχοντας ως στόχο την εξασφάλιση των παραπάνω συνθηκών και αφού λήφθηκε υπόψη όλο το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, συντάχθηκαν από τον Τομέα Λειτουργίας και Συντήρησης της «Εγνατία Οδός Α.Ε.», οι «Οδηγίες Λειτουργίας Εγνατίας Οδού», στο τρίτο κεφάλαιο των οποίων ορίζονται τα σχετικά με τη συντήρηση, επίβλεψη και αστυνόμευση του αυτοκινητοδρόμου. Οι οδηγίες αυτές εγκρίθηκαν με την υπ’ αρ. Δ1ο/ο/8/60/12.07.2004 απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ, ενώ με την υπ’ αρ. Δ3β/156/10-Ω/30.06.2003 απόφαση του αυτού Υπουργείου εγκρίθηκαν οι «Οδηγίες Συντήρησης Αυτοκινητοδρόμων», διότι κατά το νόμο (3212/2003) η ευθύνη για τη λειτουργία και συντήρηση του αυτοκινητοδρόμου της Εγνατίας οδού ανήκει στη συντάξασα τις οδηγίες εταιρεία. Κατά τις κείμενες διατάξεις, η «Εγνατία Οδός Α.Ε.», για 50 χρόνια από της ιδρύσεώς της, έχει την αρμοδιότητα συντήρησης και λειτουργίας, μεταξύ άλλων, του αυτοκινητοδρόμου Α2- Εγνατία Οδός. Όπως συνοψίζει η ίδια η εταιρεία τις αρμοδιότητές της (βλ. επίσημο διαδικτυακό της τόπο, όπου, μάλιστα, έχει εγκαταστήσει σχετική εφαρμογή στην ιστοσελίδα της για αναφορά βλαβών, προκειμένου να βελτιώσει τις παρεχόμενες υπηρεσίες συντήρησης και λειτουργίας, προφανώς από την ίδια):

Συντήρηση είναι ο συνδυασμός ενεργειών τεχνικής, διοικητικής και διαχειριστικής φύσεως που σκοπεύουν στη διατήρηση ενός στοιχείου σε τέτοια κατάσταση ώστε αυτό, στη διάρκεια της ζωής του, να λειτουργεί κατά τον προορισμό του (ΕΛΟΤ ΕΝ 13306). Λειτουργία είναι το σύνολο των ενεργειών, δραστηριοτήτων και διαδικασιών που απαιτούνται αφενός για την εξασφάλιση ασφαλούς και απρόσκοπτης κυκλοφορίας επί της οδού και αφετέρου για την αποτελεσματική διαχείριση της κυκλοφορίας και χην παροχή των αναγκαίων υπηρεσιών στους χρήστες (Οδηγίες λειτουργίας Εγνατίας Οδού – Απόφαση Δ1α/ο/8/60/12.07.2004 ΥΠΕΧΩΔΕ). Βασικές δράσεις των υπηρεσιών συντήρησης και λειτουργίας της Εταιρείας αποτελούν οι καθημερινές επιθεωρήσεις (Τεχνική Αστυνόμευση), οι εργασίες επισκευής/αποκατάστασης και βελτίωσης, οι εργασίες χειμερινής συντήρησης, η αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών καθώς και η λειτουργία των Κέντρων Ελέγχου Κυκλοφορίας και των Σταθμών Διοδίων. Η ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε. (ΕΟΑΕ), για την υλοποίηση των εργασιών συντήρησης και λειτουργίας του οδικού δικτύου των αυτοκινητοδρόμων της (κύριου άξονα και καθέτων αξόνων), έχει εγκατεστημένους κατόπιν σχετικών δημοπρατήσεων, έξι (6) Αναδόχους συντήρησης και λειτουργίας. Η Εταιρεία εποπτεύει τους υπόψη Αναδόχους στην εκτέλεση των σχετικών εργασιών και ενεργειών που απαιτούνται για να διατηρείται το οδικό δίκτυο σε άριστη κατάσταση και με απρόσκοπτη – ασφαλή λειτουργία. Στο τμήμα συντήρησης και λειτουργίας της Εγνατίας Οδού, από Α/Κ Παναγιάς μέχρι Α/Κ Κλειδιού, αρμόδιος ανάδοχος είναι η «ΑΕΓΕΚ ΑΕ», η οποία συνήψε με την άνω ΑΕ την υπ’ αριθμ.4146/31.3.2010 σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου και δη του έργου «Εγνατία οδός: Συντήρηση και λειτουργία τμήματος Α/Κ Παναγιάς μέχρι Α/Κ Κλειδιού (2009 – 2014), με όρους συμβατούς προς τις ως άνω νομοθετικές διατάξεις.

Ειδικότερα, με τον όρο 1.4.1. της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων, που συνήψε με την εργοδότη της, ως «ανάδοχος υπόκειται στον έλεγχο της Υπηρεσίας, που εκπροσωπείται από το προσωπικό Επίβλεψης του Έργου», που, όπως προαναφέρθηκε, επειδή αφορούν την Εγνατία Οδό, ανήκουν αποκλειστικώς στην εταιρεία «Εγνατία Οδός Α.Ε.» και ασκούνται από αυτήν. Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω, επί αξιώσεων αποζημίωσης τρίτου λόγω επικαλούμενης αδικοπραξίας, οφειλόμενης σε πράξη ή παράλειψη στη συντήρηση και λειτουργία στο άνω τμήμα της Εγνατίας Οδού, ευθύνονται εις ολόκληρον τόσο η ανάδοχος όσο και η κυρία του έργου «Εγνατία Α.Ε.», στην οποία παραχωρήθηκε κατά νόμο η επίβλεψη και παρακολούθηση εκτέλεσης των εν λόγω συμβάσεων δημοσίων έργων. Το αυτό ισχύει και προκειμένης αναδοχής για την κατασκευή συμπληρωματικών εργασιών διαμόρφωσης με άλλους αναδόχους. Συνεπώς, είναι νόμω αβάσιμη η άρνηση εκ μέρους της «Εγνατίας Α.Ε.» της ευθύνης της εκ προστήσεως σε σχετικές δίκες.

Τέλος, όπως ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 300§1 εδ. α’ του Α.Κ., αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκταση της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Πότε συντρέχει τέτοια περίπτωση κρίνεται εκάστοτε από το σύνολο των περιστατικών, καθώς και από τις κρατούσες ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις. Ειδικότερα, πρώτα εξετάζεται, εάν ο συνηθισμένος επιμελής άνθρωπος μπορούσε με κατάλληλη ενέργεια ή παράλειψη να αποφύγει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία ή να την περιορίσει και δεύτερον, αν εκείνος που ζημιώθηκε, ώφειλε, ως έντιμος και επιμελής κοινωνικός άνθρωπος να προβεί στην δυνατή αυτή ενέργεια ή παράλειψη (ΕφΑΘ 253/2012, ΕΦΑΔ 2012/837 κι εκεί εκτενείς παραπομπές).

2α.- Στην υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι στις 18.8.2014 και περί ώρα 02.50’, οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ΚΖΝ ____ ΙΧΕ αυτοκίνητό του, εντός της Εγνατίας Οδού, στο 0,25 χλμ Α/Κ Βέροιας – Α/Κ Πολυμύλου, επέπεσε επί  ενός εκ των τριών σκύλων, που είχαν εισέλθει αιφνιδιαστικά στην οδό και κινούμενοι κάθετα σ’ αυτήν είχαν αποκλείσει ολόκληρο το ρεύμα πορείας του, από πλημμελή συντήρηση της περιφράξεως που υπάρχει εκατέρωθεν της οδού και πλημμελή επίβλεψη της οδού, καχά παράβαση των σχετικών οδηγιών και εντολών της α’ εναγομένης για ασφαλή λειτουργία του δρόμου προς την προστηθείσα από αυτήν εταιρία, β’ εναγομένη. Επιδιώκεται να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 1.928,456, για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας που αυτός υπέστη και για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής του βλάβης, όπως αναλυτικά κάθε μερικόχερο κονδύλιο αναφέρεται στην αγωγή. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα υπέρ τρίτων ποσοστά (βλ. αγωγόσημα υπ* αριθμ.717799, 344414 και 344415 Σειρά Α’) αρμοδίως και παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 1, 7, 9,10,12 παρ. 1,13,14 παρ.Ια’ σε συνδ. με 466 παρ.1 και 22 ΚΠολΔ) κατά τις ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές των άρθρων 466 έως και 472 ΚΠολΔ, είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 914 επ., 297, 298, 299, 346 ΑΚ, 907 και 908 ΚΠολΔ και συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, απορριπχομένων ως νόμω αβασίμων των ενστάσεων περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς τους, που πρότειναν οι εναγόμενες ανώνυμες εταιρίες. Ειδικότερα, το άρθρο Α-5 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων της εργολαβικής μεταξύ της εναγομένης και των αναδοχών αυτή εταιρειών στην κατασκευή συμπληρωματικών έργων, το οποίο ορίζει ότι «5.5. Για κάθε περίπτωση ατυχήματος οφειλόμενου σε πράξεις ή παραλείψεις του Αναδόχου, των υπεργολάβων του ή/και του προσωπικού του, ο Ανάδοχος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος ποινικά και αστικά. Οποιεσδήποτε αστικές ή ποινικές ευθύνες που προκύπτουν από οποιοσδήποτε φύσης δυστυχήματα ή ζημίες στο προσωπικού του Αναδόχου ή σε τρίτους ή σε περιουσίες τρίτων που οφείλονται είτε σε αμέλεια ή υπαιτιότητα του προσωπικού του αναδόχου ή στις οποιεσδήποτε κατασκευαστικές δραστηριότητες του αναδόχου ή στην ύπαρξη του έργου καθεαυτού, βαρύνουν αποκλειστικά και μόνο τον ίδιο. Η ευθύνη καλύπτει όλη τη χρονική περίοδο από την υπογραφή της σύμβασης μέχρι και την εκπνοή του χρόνου εγγύησης», όπως και το άρθρο Α-15, κατά το οποίο «Ο Ανάδοχος οφείλει να παίρνει τα επιβαλλόμενα για κάθε περίπτωση μέτρα ασφαλείας για την πρόληψη οποιουδήποτε ατυχήματος ή ζημιάς στους χρήστες της οδού, τα μέσα μεταφοράς και την οδό, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των έργων, είναι δε μόνος υπεύθυνος για αυτές και έχει αποκλειστικά αυτός όλες τις αστικές και ποινικές ευθύνες για κάθε τι που θα τύχει, είτε από δική του υπαιτιότητα, είτε από το εργαζόμενο σ’ αυτόν εργατοτεχνικό προσωπικό, είτε από τα εργαλεία και τα μηχανήματα που απασχολούνται στο έργο του», ρυθμίζουν τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ αναδοχών και κυρίας του έργου – εναγομένης, χωρίς να τροποποιεί την κατά το άρθρο 922 του Α.Κ. ευθύνη της τελευταίας απέναντι στο ζημιωθέντα ενάγοντα, αλλά έχει περιεχόμενο – όπως αναλυτικά προεκτέθηκε – υποσχέσεως ελευθερώσεως, υπό την έννοια του άρθρου 478 του Α.Κ.

2β. Με δηλώσεις δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, που καταχωρήθηκαν στα Πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις τους, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα, οι εναγόμενες ανώνυμες εταιρίες, πλην της γενικής άρνησης της αγωγής, ισχυρίσθηκαν, επικουρικά, ότι συνυπαίτιος του ατυχήματος είναι ο οδηγός του φερομένου ως ζημιωθέντος οχήματος, ο οποίος δεν επέδειξε την προσήκουσα προσοχή κατά την οδήγηση και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί ανά πάσα στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά την καταλυτική εν μέρει της αγωγής, ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του οδηγού, που είναι νόμιμη (άρθρο 300 του ΑΚ) και πρέπει να ερευνηθεί παράλληλα με την έρευνα της αγωγής. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών και των ενστάσεων φέρουν, αντιστοίχως, οι διάδικοι (άρθρα 335 και 338 του ΚΠολΔ).

 Συνθήκες Ατυχήματος

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν με την επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες, που απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος και το φερόμενο με την αγωγή ως ζημιωθέν όχημα, τις διευκρινίσεις που παρέσχε ο παρών διάδικος οδηγός, τις ομολογίες, που συνάγονται από το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων (άρθρα 261 εδ. β’ και 352 του ΚΠολΔ) και τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, που λαμβάνονται αυχεπαγγέλτως υπόψη (ΚΠολΔ 336), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 18.8.2014 και περί ώρα 02.50’, ο ενάγων οδηγώντας το υπ’ αριθμ. Κυκλοφορίας ΚΖΝ ___ ΙΧΕ αυτοκίνητό του με ταχύτητα περί τα ____, εντός της Εγνατίας Οδού, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, στο 0,25 χλμ Α/Κ Βέροιας – Α/Κ Πολυμύλου και περί τα 800 μέτρα μετά τον κόμβο Πολυμύλου, με κατεύθυνση από Βέροια προς Κοζάνη, επέπεσε επί του ενός εκ των τριών σκύλων, που είχαν διέλθει από οπή στην υπάρχουσα περίφραξη, δεξιά σε σχέση με την πορεία του ενάγοντος και είχαν εισέλθει στο οδόστρωμα, κινούμενοι δε κάθετα σ’ αυτό είχαν αποκλείσει ολόκληρο το ρεύμα πορείας του. Ο ενάγων, ο οποίος αιφνιδιάσθηκε από την απρόοπτη και σε ελάχιστη απόσταση είσοδο των σκύλων στο οδόστρωμα, οι οποίοι κινούμενοι από δεξιά προς αριστερά, απέφραξαν την πορεία του, προσπάθησε να συγκρατήσει το όχημά του με τροχοπέδηση και ελιγμό προς τα αριστερά, δεν μπόρεσε ωστόσο να αποφύγει την επελθούσα σύγκρουση και επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του οχήματος του επί του ενός εκ των τριών σκύλων στην αριστερή σε σχέση με την πορεία του λωρίδα κυκλοφορίας. Υπό τα περιστατικά αυτά και ενόψει των συνθηκών της οδού, η οποία φωτίζεται με τεχνητό φωτισμό, αποτελείται από δύο ρεύματα κυκλοφορίας, διαχωριζόμενα με τσιμεντένιο στηθαίο, έκαστο των οποίων αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας και λωρίδα έκτακτης ανάγκης, της φοράς του οχήματος, του σημείου της συγκρούσεως, που προσδιορίζεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων ανωνύμων εταιριών, οι οποίες είναι επιφορτισμένες με την επίβλεψη και τη συντήρηση της οδού, διαθέτουν δε για τον σκοπό αυτό τα κατάλληλα μέσα και προσωπικό, ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός του εμποδίου από τους εποπτεύοντες τον αυτοκινητόδρομο (ομάδες άμεσης επέμβασης) που υποχρεωτικά υπάρχουν σ’ αυτόν. Συνεπώς, αιτία του επιδίκου ατυχήματος αποτελεί η παράλειψη των εναγόμενων ν’ αστυνομεύουν επαρκώς την ύπαρξη εμποδίων επί του οδοστρώματος και να λάβουν μέτρα προς αποφυγή αυτών (συντήρηση περιφράξεως) και συνεπώς ευθύνονται η μεν πρώτη υποκειμενικά η δε δεύτερη αντικειμενικά για τις ζημίες που υπέστη ο ενάγων εξαιτίας του ατυχήματος, απορριπτομένης ως αβασίμου της ενστάσεως εκ του άρθρου 300 ΑΚ που πρότειναν οι εναγόμενες.

Από την άνω σύγκρουση υπέστη φθορές και βλάβες το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ΚΖΝ ___  ΙΧΕ αυτοκίνητο του ενάγοντος, για την αποκατάσταση των οποίων αυτός δαπάνησε τα ακόλουθα ποσά μετά του από 23% ΦΠΑ: α)682,45 ευρώ για την αγορά ανταλλακτικών των καταστραφέντων μερών του αυτοκινήτου, δηλαδή για ένα κλιπ, μάσκα προφυλακτήρα, μοτέρ πιτσιλίθρων υαλοκαθαριστήρων, ποδιά τροχού, δοχείο καθαριστήρων, εμπρόσθιο προφυλακτήρα, εμπρόσθιο δεξιό φανό, ποδιά μηχανής (βλ. την ισόποση υπ’ αριθμ. 649/18.9.2014 απόδειξη λιανικής πώλησης της ___  ΕΠΕ) και 2)246,00 ευρώ για τεχνικές εργασίες επισκευής, δηλαδή για εξαγωγή και επανατοποθέτηση ανταλλακτικών και βαφή αυτών (βλ. την ισόποση υπ’ αριθμ.892/18.9.2014 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ίδιας ως άνω ΕΠΕ). Ήτοι, η ζημία του ενάγοντος από τις άνω αιτίες ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 928,45 ευρώ (682,45 + 246,00). Το αυτοκίνητο αυτό, εργοστασίου κατασκευής HYUNDAI, τύπου TUCSON, ημερομηνίας πρώτης αδείας 23.5.2005, κυλινδρισμού 1.991 κ. εκ., πετρελαιοκίνητο, νέας αντιρρυπαντικής τεχνολογίας (βλ. προσκ. άδεια κυκλοφορίας), δεν υπέστη μείωση της αγοραστικής του αξίας ως προς τη λειτουργία του, αφού δεν υπέσιη βλάβη σε καίρια σημεία του ούτε ως προς την εμφάνιση, λόγω της παλαιότητάς ίου αλλά και λόγω της πλήρους και επιμελούς επισκευής του με καινούργια ανταλλακτικά και συνεπώς το αιτούμενο για την αιτία αυτή κονδύλιο των 500,00 ευρώ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της στενοχώριας που δοκίμασε και των ταλαιπωριών, στις οποίες υποβλήθηκε και επομένως δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, την οποία το Δικαστήριο καθορίζει στο εύλογο, κατά την κρίση του ποσό των 400,00€, λαμβάνοντας υπόψη του τις συνθήκες του ατυχήματος, το οποίο συνέβη λόγω της αναπάντεχης για διευρωπαΐκό οδικό δίκτυο αιφνίδιας εισόδου και παρεμβολής των σκύλων στην πορεία του, την έλλειψη πταίσματος του ενάγοντος οδηγού, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.

4.- Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 1.328,45 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Η δικαστική δαπάνη του ενάγοντος, κατόπιν σχετικού αιτήματος του, βαρύνει τις εναγόμενες, ανάλογα με το μέρος της ήττας τους, κατ’ άρθρα 178, 184 εδ. α, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 57, 58 παρ. 4 περ. α και 84 παρ. 1 εδ. α του ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων» σε συνδυασμό με τον συνημμένο σ’ αυτόν (στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I) πίνακα αμοιβών δικηγόρων για παράσταση σε δικαστήρια.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τις εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των χιλϊων τριακοσϊων είκοσι οκτώ ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (1.328,45€), με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις εναγόμενες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία ορίζει σε ενενήντα ευρώ (90,00€).

Κρίθηκε,