Με την υπ’αριθμ. 96/2016 απόφασή του το Ειρηνοδικείο Αθηνών έκανε δεκτή αγωγή οφειλέτη-δικηγόρου με την οποία ο τελευταίος ζήτησε την χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από τη γνωστοποίηση προσωπικών του δεδομένων από Τράπεζα με την οποία είχε συνάψει σύμβαση για χορήγηση πιστωτικής κάρτας, σε εισπρακτική εταιρεία χωρίς την προηγούμενη ρητή και σαφή ενημέρωσή του.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων είχε προβεί στην σύναψη σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας κατόπιν σχετικής αιτήσεώς του προς την εναγόμενη Τράπεζα. Παράλληλα η εναγομένη είχε υπογράψει με εισπρακτική εταιρεία σύμβαση παροχής υπηρεσιών – λόγω ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής από την ως άνω πιστωτική κάρτα, ήτοι υπερημερίας του δανειολήπτη – και δυνάμει αυτής, διαβίβασε, χωρίς την προηγούμενη οφειλόμενη, κατ’ άρθρο 11 Ν. 2472/1997 και της, κατ’ εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθείσας υπ’ αρ. 1/1999 κανονιστικής πράξης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΦΕΚ 555 Β76.5.1999), ενημέρωση του δανειολήπτη, τα ως άνω (απλά) προσωπικά δεδομένα του όπως και το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής του, στην ως άνω εταιρεία, η οποία προέβη σε χρήση αυτών, καλώντας τον τηλεφωνικά, δια προστηθέντος υπαλλήλου της.

Σύμφωνα με τους όρους 23 της ως άνω σύμβασης «Καθυστέρηση ολοσχερούς εξόφλησης από τον κάτοχο των ελαχίστων καταβολών ή του ποσού που αναφέρεται ως άμεσα πληρωτέο…και να αναθέσει την είσπραξη των οφειλομένων σε τρίτα, προς την Τράπεζα, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, γνωστοποιώντας για τον σκοπό αυτό όσα προσωπικά στοιχεία του κατόχου ή/και του εγγυητή κρίνει απαραίτητο». Ωστόσο παρά τους ορισμούς του άρθρου 11 του Ν. 2472/1997 και της, κατ’ εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθείσας υπ’ αρ. 1/1999 κανονιστικής πράξης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΦΕΚ 555 Β76.5.1999) που υποχρεώνουν την Τράπεζα να ενημερώσει τον οφειλέτη για την διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν η εναγομένη δεν ενημέρωσε σχετικά τον οφειλέτη, μη τηρώντας έτσι την εκ του νόμου υποχρέωσή της. Από αυτήν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της Τράπεζας προκλήθηκε αιτιωδώς στον ενάγοντα – οφειλέτη ηθική βλάβη την οποία η εναγόμενη όφειλε και μπορούσε να προβλέψει.

Κατόπιν τούτου ο ισχυρισμός της Τράπεζας ότι δεν είχε δυνατότητα πρόβλεψης της βλάβης του δανειολήπτη (άρθρο 23 παρ. 1 εδ. 3 Ν. 2472/1997) και σε κάθε περίπτωση ότι η ως άνω συμπεριφορά της οφείλεται σε αμέλεια (άρθρο 23 παρ. 2 Ν. 2472/1997) απορρίφθηκε από το Δικαστήριο καθώς μόνη η νόμιμη συλλογή των προσωπικών δεδομένων από την εναγομένη τράπεζα-υπεύθυνη επεξεργασίας, κατά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης, δεν αίρει την υποχρέωση της προς τήρηση και των λοιπών διατάξεων του Ν. 2472/1997, ήτοι του άρθρου 11 και συνεπώς και την δυνατότητα πρόβλεψης της, εκ της παραβάσεώς της, βλάβης του ενάγοντα και επειδή ουδόλως αποδείχθηκε από την ίδια, φέρουσα το σχετικό βάρος απόδειξης, ότι ανυπαίτια αγνοούσε τα ως άνω θεμελιωτικά της υπαιτιότητας της πραγματικά γεγονότα.

Ομοίως απορρίφθηκε και ο δεύτερος προβαλλόμενος από την Τράπεζα ισχυρισμός ότι το δικαίωμα του ενάγοντος ασκείται καθ’ υπέρβαση των τιθέμενων από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ  περί καλής πίστης ορίων. Το Δικαστήριο έκρινε πως μόνο το γεγονός ότι ο ενάγων, όπως προκύπτει από αίτηση του προς την τράπεζα, εξ’ αφορμής σχετικής πρότασης, που του έγινε από την εισπρακτική εταιρεία, ρύθμισε επωφελώς και τελικώς εξόφλησε την οφειλή του από την κατά τα ανωτέρω χορηγηθείσα πιστωτική κάρτα, ουδόλως καθιστά την άσκηση του δικαιώματος του καταχρηστική.

Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 5.869 ευρώ για αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.

Η απόφαση αυτή του Ειρηνοδικείου Αθηνών συμβάλλει στην οριοθέτηση της διαχείρισης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα οφειλετών από τις τράπεζες και υψώνει ανάχωμα στην άκριτη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων από τρίτους και κυρίως από τις εισπρακτικές εταιρείες.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΡΜΙΣΘΗΝΟΣ

ΑΣΚ. ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ