Η αλήθεια είναι ότι η απάντηση βρίσκεται μέσα στο ίδιο το Σύνταγμα, στο άρθρο 15. Αυτό είναι που θέτει τις θεσμικές εγγυήσεις που διέπουν την λειτουργία της τηλεόρασης, του μέσου που αναμφίβολα διατηρεί ακόμα τη δύναμη του, παρά την δυναμική είσοδο του διαδικτύου, το όποιο βέβαια έχει αλλάξει εν πολλοίς τους όρους του παιχνιδιού. Μια σημαντική διαφορά διαδικτύου και τηλεόρασης συνίσταται στο ότι οι συχνότητες σε αντίθεση με τους ιστοτόπους, είναι εκ φύσεως αριθμητικά περιορισμένες για αυτό και συνιστούν «δημόσιο αγαθό με σημαντική οικονομική αξία» όπως έχει κρίνει η υπ’ αριθμ. 2594/2015. Αυτό ισχύει όχι μόνο για το παλαιότερο αναλογικό σήμα αλλά και για το ψηφιακό σε μικρότερο βαθμό βέβαια.

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 15 του Συντάγματος ορίζεται ότι: Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. O έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. O άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας.

Η τηλεόραση λοιπόν υπάγεται στον άμεσο έλεγχο του κράτους. Σύμφωνα με το β’ εδάφιο ο έλεγχος αυτός ανατίθεται, κατ’ αποκλειστικότητα μάλιστα, στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Ακόμη, στο γ΄ εδάφιο θεσπίζεται υποχρέωση του νομοθέτη να ρυθμίσει ένα σύστημα αδειοδότησης. Δεν πρέπει να υπάρξει αμφιβολία ως προς το αν ο «άμεσος έλεγχος του κράτους» ταυτίζεται με τον «έλεγχο» που ανατίθεται στο ΕΣΡ. Το β’ εδάφιο πρέπει να παραδεχτούμε ότι εξειδικεύει το α’ εδάφιο και αναθέτει τον άμεσο έλεγχο αυτό «του κράτους» σε μία ανεξάρτητη αρχή. Αυτή η ανεξάρτητη αρχή το ΕΣΡ είναι ένα διοικητικό σώμα που δρα ανεξάρτητα, εκτός του ιεραρχικού ελέγχου και χωρίς το βάρος των πολιτικών πιέσεων που θα αντιμετώπιζε ένα κυβερνητικό όργανο, ώστε αυτό να μπορεί στη συνέχεια να εξυπηρετεί επιτυχώς και με αμεροληψία τους σκοπούς που τίθενται στο γ’ εδάφιο, δηλαδή την αντικειμενική και με ίσους όρους εκπομπή, την ποιότητα, την πολιτιστική ανάπτυξη κλπ· και φυσικά την ρητά αναφερόμενη αδειοδότηση, με γνώμονα όλους τους παραπάνω όρους, οι οποίοι -ιδανικά- λειτουργούν ως κριτήρια στην αδειοδότηση αυτή. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς άλλωστε. Αντίθετη ερμηνεία, που θα άφηνε το περιθώριο να καταστεί αρμόδιο για την αδειοδότηση κάποιο κυβερνητικό όργανο, θα ακύρωνε την ratio της διάταξης, να εξασφαλιστεί ο αμερόληπτος και υπεράνω κομματικών συμφερόντων έλεγχος.

Συνεπώς εκ του Συντάγματος προκύπτει ότι το μόνο αρμόδιο όργανο για την αδειοδότηση εν γένει, άρα και για τον καθορισμό του αριθμού των εκχωρούμενων αδειών, είναι το ΕΣΡ, ως το μόνο που μπορεί να εξυπηρετήσει την ελευθερία της ραδιοτηλεοπτικής έκφρασης. Εξάλλου η οποιαδήποτε νομοθετική αλλαγή με τυπικό νόμο στο καθεστώς αυτό της προηγουμένης διοικητικής άδειας, οφείλει να κινείται στο ως άνω περιγραφόμενο συνταγματικό πλαίσιο, άλλως η αντισυνταγματική διάταξη μένει ανεφάρμοστη από τα δικαστήρια.

Διαφορετικό ζήτημα είναι το αν τέσσερις (4) τηλεοπτικές συχνότητες είναι επαρκείς για να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς που θέτει το εδάφιο γ’. Η απάντηση κατ΄αρχήν θα πρέπει να δοθεί στην εξής βάση: Εξυπηρετείται η ελευθερία της τηλεοπτικής έκφρασης και το δικαίωμα της πληροφόρησης, διασφαλίζεται η πολυφωνία και ο πλουραλισμός, ή ενδεχομένως θεσπίζεται με αυτό τον τρόπο ένα κρατικό μονοπώλιο; Η απάντηση πάντως δεν πρέπει να είναι μονοδιάστατη: Ένα ευρύ φάσμα σταθμών συνιστά ενδεχομένως αναγκαία προϋπόθεση για την πολυμέρεια και την ποιότητα της τηλεόρασης, είναι όμως και επαρκής; Η μέχρι τώρα εμπειρία κάθε άλλο παρά αυτό έχει καταδείξει.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΕΡΡΑΙΟΥ
ΑΣΚΟΥΜΕΝΗ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ