ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ 134/2015 ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΜΟΝ. ΠΡΩΤ. ΛΑΜΙΑΣ

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας με την υπ’αριθμ. 134/2015 απόφασή του έκανε δεκτή αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δανειοληπτών κατά Τράπεζας με την οποία οι αιτούντες είχαν συνάψει δύο συμβάσεις στεγαστικού δανείου, σε ελβετικό φράγκο, σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της υποτίμησης του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διέταξε να καταβάλλουν οι αιτούντες τις μηνιαίες δόσεις των δανείων τους με τη συναλλαγματική ισοτιμία ελβετικού φράγκου με ευρώ, όπως αυτή καθορίστηκε κατά την υλοποίηση της εκταμίευσης των ποσών του κάθε δανείου, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κύριας αγωγής τους κατά της εν λόγω Τράπεζας.

Αναλυτικά, το Δικαστήριο πιθανολόγησε ύπαρξη κινδύνου υπέρμετρης βλάβης στα συμφέροντα των δανειοληπτών εάν αυτοί εξακολουθούσαν να υποχρεούνται σε καταβολή δόσεων όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατόπιν της αιφνίδιας υποτίμησης της ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου με το ευρώ και οι οποίες ανέρχονταν υπό τα νέα δεδομένα σε ποσό πολύ υψηλότερο αυτού που προβλεπόταν αρχικά να καταβάλλουν. Το Δικαστήριο δέχθηκε την καταχρηστικότητα προδιατυπωμένου όρου που περιεχόταν στους γενικούς όρους συναλλαγής των εν λόγω δανειακών συμβάσεων. Ο όρος αυτός, που ήταν προδιατυπωμένος από την καθ` ης η αίτηση Τράπεζα και περιλαμβανόταν στους γενικούς όρους συναλλαγών, χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, ρυθμίζει την ισοτιμία με βάση την οποία θα μετατρέπονται σε ελβετικά φράγκα οι τυχόν καταβολές σε ευρώ, που πραγματοποιούν οι αιτούντες καθ` όλη τη διάρκεια αποπληρωμής των δανείων τους και ο οποίος τους υποχρέωνε να εκπληρώνουν τις απορρέουσες από τη σύμβαση υποχρεώσεις τους προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής. Και ναι μεν ο επίμαχος όρος ήταν σαφώς διατυπωμένος από γραμματική άποψη, πλην, όμως, μόνη η σαφήνεια αυτή δεν αρκεί, κατά τα διαλαμβανόμενα στην μείζονα σκέψη της απόφασης, προκειμένου να κριθεί ως έγκυρος βάσει των κριτηρίων, που ο Ν 2251/1994 και η οδηγία 93/13/ΕΟΚ θέτουν, αφού, εξαιτίας της παραπάνω αοριστίας του ως προς τις οικονομικές συνέπειες του, οδηγεί ουσιαστικά στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή – πελάτη αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την τράπεζα. (ΑΠ 1219/2001 ΔΕΕ 2001.1128). Σημειώθηκε επίσης ότι, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου γ.ο.σ. είναι η με αυτόν «ουσιώδης ή σημαντική» διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (ΟλΑΠ 6/2006 ΕλλΔ 2006, 419). Ορίζεται δε πλέον στον Ν 2251/1994 περί προστασίας του καταναλωτή ότι γενικοί όροι συναλλαγών, που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ως εκ τούτου επειδή ο ανωτέρω όρος διατάραξε ουσιωδώς την συμβατική ισορροπία των μερών υπέρ της Τράπεζας κρίθηκε άκυρος.

Ήδη οι αιτούντες έχουν ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας αγωγή κατά της Τράπεζας με την οποία ζητούν την αναγνώριση της ακυρότητας άλλως ακυρωσίας των προαναφερόμενων δανειακών συμβάσεων, άλλως της καταχρηστικότητας των περιεχόμενων στις τελευταίες όρων.

Η απόφαση αυτή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ανοίγει τον δρόμο για προστασία των δανειοληπτών που συνήψαν στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο. Πράγματι, κατά τα προηγούμενα έτη τέτοια χρηματοοικονομικά προϊόντα διαφημίστηκαν από τις τράπεζες ως ασφαλείς και συμφέρουσες για τους δανειολήπτες επιλογές, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζονται οι αντίστοιχοι κίνδυνοι και το ρίσκο που συνεπάγονταν αυτές οι συμβάσεις.

ΔΗΜ. ΚΟΡΜΙΣΘΗΝΟΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ