Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις στο θέμα της ποινικής αξιολόγησης της μη απόδοσης του ΦΠΑ από επιτηδευματίες. Με σειρά αποφάσεων των ποινικών Δικαστηρίων (ΜονΕφετΠειρ 487/2014, 504/2014) έχει κριθεί ότι το αδίκημα της μη απόδοσης ΦΠΑ δεν τελείται σε περίπτωση εξωλογιστικού προσδιορισμού του φόρου. Ειδικότερα, έχει κριθεί ότι η φύση του ΦΠΑ, ως φόρου επί των πραγματικών πωλήσεων του φορολογουμένου, επιβάλλει να αντιμετωπισθεί ως το θέμα της μη εκπληρώσεως των σχετικών υποχρεώσεων του φορολογουμένου διαφορετικά σε περίπτωση πραγματικού – λογιστικού φορολογικού ελέγχου και διαφορετικά σε περίπτωση εξωλογιστικού προσδιορισμού. Έτσι:

Αν μεν έχει διενεργηθεί πραγματικός φορολογικός έλεγχος του φορολογουμένου από την αρμοδία Φορολογική Αρχή και διαπιστωθεί η ύπαρξη πωλήσεων και, παρά ταύτα, η μη απόδοση του αντιστοίχου ΦΠΑ, τότε, όντως υπόκειται φοροδιαφυγή υπό την ειδικότερη μορφή της μη αποδόσεως ΦΠΑ κατά την έννοια τον νόμου 2523/1997.
Όταν, όμως, αντιθέτως, ο καταλογισμός του ποσού του οφειλομένου ΦΠΑ χωρήσει με βάση διοικητικό – φορολογικό “αντικειμενικό” προσδιορισμό του, που, κατά κανόνα, γίνεται από την ελεγκτική αρχή εκ των υστέρων και, μάλιστα, σε χρόνο αρκούντως απομακρυσμένο, τότε υπόκειται, ουσιαστικά, πλασματικός υπολογισμός μη αποδοθέντος ποσού ΦΠΑ, ώστε, στην περίπτωση αυτή, δεν συγκροτείται το έγκλημα της φοροδιαφυγής δια της μη καταβολής του φόρου.

Η άποψη που υιοθετείται από τα ποινικά Δικαστήρια είναι απολύτως ορθή. Πραγματικά, στην πρώτη περίπτωση του λογιστικού προσδιορισμού του ΦΠΑ, ο φόρος αυτός, η απόδοση του οποίου συνιστά ποινικό αδίκημα, είναι εκείνος που πραγματικά προκύπτει από τις συντελεσθείσες πωλήσεις του επιτηδευματία. Στη δεύτερη περίπτωση ο ΦΠΑ προσδιορίζεται θεωρητικώς (εξωλογιστικώς) και δεν αποτελεί, στην κυριολεξία εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα φόρο, αλλά, στην πραγματικότητα, οικονομική κύρωση, που επιβάλουν τα αρμόδια φορολογικά όργανα.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΓΚΟΛΕΜΗΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ