Είναι δεδομένο ότι τα τελευταία χρόνια η μισθωτική αξία των ακινήτων μειώθηκε ραγδαία λόγω της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης. Ο ιδιώτης μισθωτής ακινήτου προκειμένου να προσαρμόσει το μίσθωμα που καταβάλλει στα νέα δεδομένα της κρίσης, πρέπει να δαπανήσει χρόνο και χρήμα προσφεύγοντας στη Δικαιοσύνη, η οποία κρίνει κάθε περίπτωση ειδικά. Αντίθετα το Ελληνικό Δημόσιο προτίμησε πιο σύντομο δρόμο, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό του προνομιακή μεταχείριση και υποκαθιστώντας τη δικαστική εξουσία μέσω της νομοθετικής. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 21 ν. 4002/2011 τα μισθώματα που καταβάλλουν το Ελληνικό Δημόσιο και οι φορείς του δημόσιου τομέα αυτοδίκαια και χωρίς να μεσολαβήσει δικαστική κρίση, μειώνονται κατά ποσοστό 20%. Μάλιστα, αυτό δεν ήταν αρκετό. Επακολούθησε και ο ν. 4081/2012 με τον οποίο τα ανωτέρω μισθώματα που κατέβαλλε το Δημόσιο ως μισθωτής, μειώθηκαν εκ νέου κατά 20-25% ανάλογα με το ύψος τους.
Η ανωτέρω απολύτως προνομιακή μεταχείριση που επιφύλαξε το Ελληνικό Δημόσιο για τον εαυτό του, αποδοκιμάστηκε από τη νομολογία μας με σειρά πρόσφατων δικαστικών αποφάσεων που έκριναν ότι ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες παρενέβησαν στην εξέλιξη των ενεργών μισθώσεων, όπου ο ένας συμβαλλόμενος (μισθωτής) είναι το δημόσιο και ο άλλος (εκμισθωτής – ιδιοκτήτης) είναι ιδιώτης, βάλλουν ευθέως κατά της αρχής της ισότητας, καθώς μεταχειρίζονται αναιτίως προνομιακά το δημόσιο σε σχέση με τους ιδιώτες μισθωτές, οι οποίοι αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα με το ύψος του καταβαλλομένου μισθώματος και προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη. Πέραν αυτού, οι διατάξεις αυτές θέτουν σε άκρως δυσμενή θέση τους εκμισθωτές – ιδιοκτήτες οι οποίοι έχουν συμβληθεί με το Δημόσιο, καθώς αυτοί υποχρεώνονται σε αυτόματη απώλεια, χωρίς έδαφος συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και χωρίς την παρεμβολή δικαστικής κρίσης.
Πρέπει να επισημανθεί ότι ανάλογες επιφυλάξεις ως προς την συνταγματικότητα των ανωτέρω ρυθμίσεων είχαν διατυπωθεί και στην έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής πριν την ψήφιση των διατάξεων. Ειδικότερα, είχαν διατυπωθεί επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητα των ως άνω ρυθμίσεων προς την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων ως ειδικότερης εκδήλωσης της αρχής της οικονομικής και επιχειρηματικής ελευθερίας του άρθρου 5 παρ. 1 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος δεδομένου ότι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων καθιερώνει το δικαίωμα των συμβαλλομένων να καθορίζουν το καταβαλλόμενο μίσθωμα υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζουν το νόμο ή τα χρηστά ήθη, δεν ασκούν το δικαίωμα τους αυτό καθ’ υπέρβαση των ορίων του ως προς την παραβίαση της αρχής της ισότητας και δεν οδηγούν σε μερική στέρηση περιουσίας. Φυσικά, ουδείς από τους αρμοδίους τότε είχε λάβει υπόψη του τις ανωτέρω συνταγματικές επιταγές, θεσπίζοντας μέσω της Βουλής διατάξεις προδήλως αντισυνταγματικές. Άλλο ένα δείγμα μιας υποτιθέμενα συντεταγμένης πολιτείας που δεν σέβεται τους πολίτες της, αλλά τελικά ούτε και τον εαυτό της…