Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η – δυστυχώς – μειοψηφούσα άποψη δικαστού που δημοσιεύτηκε σε απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου (υπ’ αριθμ. 19/2013) και αφορά στον εικοσαπλασιασμό της αξία του παραβόλου της προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια της χώρας μας και στο κατά πόσο αυτή στερεί από τους πολίτες το δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη.
Αναδημοσιεύω αυτούσιο απόσπασμα της απόφασης και χωρίς κανένα σχόλιο, διότι κυριολεκτικά ΤΑ ΛΕΕΙ ΟΛΑ:

«… Περαιτέρω, κατά την ίδια πάντα γνώμη, μετά τις δύο διαδοχικές νομοθετικές παρεμβάσεις που προαναφέρθηκαν (ήτοι, του άρθρου 35 του ν. 3659/2008 και του άρθρου 45 του ν. 3900/2010), το ύψος του παραβόλου του άρθρου 277 παρ. 1 του Κ.Διοικ.Δ., από τις 8-6-2008 και εντεύθεν εικοσαπλασιάστηκε (από 4,5 ευρώ σε 100 ευρώ). Όμως, κατά την κοινή πείρα, όπως αυτή διαμορφώνεται από τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στη Χώρα, η αναπροσαρμογή αυτή αποτελεί περιορισμό που οδηγεί στον αποκλεισμό ουσιαστικά του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, προσβάλλοντας κατά τον τρόπο αυτό τον πυρήνα του δικαιώματος σε έννομη προστασία και στερώντας τον πολίτη από τον φυσικό του Δικαστή. Τούτο διότι, μετά την ψήφιση και θέση σε εφαρμογή της λεγόμενης «μνημονιακής νομοθεσίας» (βλ. ν. 3845/2010-1ο Μνημόνιο και 47 εφαρμοστικά αυτού νομοθετήματα, ν. 4046/2012-2ο Μνημόνιο και 58 εφαρμοστικά αυτού νομοθετήματα, ν. 4093/2012-3ο Μνημόνιο και 20 εφαρμοστικά αυτού νομοθετήματα), τα ειδικά μισθολόγια -τα οποία απαρτίζουν το 1/3 της δαπάνης για μισθούς του δημοσίου, κατά τα αναγραφόμενα στο Παράρτημα V-1 του ν. 4046/2012- μειώθηκαν σε ποσοστά έως και 35% (ν. 4093/2012), με αντίστοιχες μειώσεις και στους συνταξιούχους των ειδικών μισθολογίων από 14-2-2012 (σχετική η 6/28-2-2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 4046/2012), οι νέοι μισθοί στο δημόσιο έχουν διαμορφωθεί σε 780 € μικτά μηνιαίως (για το νεοδιοριζόμενο ΥΕ) (βλ. ν. 4024/2011), στον ιδιωτικό τομέα έχουν διαμορφωθεί σε 417 € καθαρά για τον εργαζόμενο έως 25 ετών (μικτά 510,95 €), σε 586 € μικτά για τον εργαζόμενο άνω των 25 ετών, το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη ανέρχεται σε 22,8 € μικτά για τον εργαζόμενο έως 25 ετών, σε 26,18 € (έναντι του 33,5 € που ίσχυε έως τότε) για τον εργαζόμενο άνω των 25 ετών και η κατώτατη σύνταξη ανέρχεται σε 487 €. Παράλληλα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα (σε μονάδες αγοραστικής δύναμης) το 2009 ανήλθε σε 94, το 2012 σε 75,2 και το 2013 σε 71,9 (Πηγή Ευρωπαϊκή Επιτροπή), σύμφωνα δε με την από 2-11-2012 μελέτη της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛΣΤΑΤ) σχετικά με τις Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, το 27,7% των Ελλήνων βρίσκεται κάτω από τα όρια της φτώχειας, ενώ η Ελλάδα είναι η δεύτερη σε φτώχεια χώρα της Ευρώπης και το ποσοστό της ανεργίας της έχει διαμορφωθεί σταθερά άνω του 26% (βλ. σχετική έκθεση περί της ανεργίας στην Ελλάδα της ΕΛΣΤΑΤ). Τέλος, η διεύρυνση και επιβάρυνση της φορολογικής βάσης, προκειμένου να καταστεί βιώσιμο και διαχειρίσιμο το δημόσιο χρέος, με σειρά νομοθετημάτων (ενδεικτικώς, άρθρο 4 του ν. 3845/2010 για αύξηση του ΦΠΑ από 19% σε 23%, από 9% σε 11%, αύξηση 15% της βενζίνης, επιβολή του ειδικού τέλους του ν. 4091/2011, επαναφορά τεκμηρίων διαβίωσης στα αυτοκίνητα και τα ακίνητα, άρθρο πρώτο παρ. Ε-2-7 του ν. 4093/2012 για αύξηση του φόρου κατανάλωσης βιομηχανοποιημένων καπνών κατά 10%, άρθρο 38 του ν. 3986/2011 για επιβολή της εισφοράς αλληλεγγύης) έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της φοροδοτικής ικανότητας του πληθυσμού (σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, κατά το 2011 τα συνολικά φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα, έφθασαν στο 31% του ΑΕΠ, συμπεριλαμβανομένων και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, ενώ το 2013 θα ανέλθουν στο 36,4% του ΑΕΠ), ενώ από πρόσφατα στοιχεία του ΔΝΤ το δημόσιο χρέος δεν θα είναι βιώσιμο και διαχειρίσιμο ούτε και το έτος 2020 (που θα ανέλθει στο 129,36% του ΑΕΠ, βλ. πίνακα Εκτίμηση εξέλιξης του δημόσιου χρέους 2008-2035, πηγή OECD, EconomicSurveyofGreece 2011). Ενόψει των ως άνω ενδεικτικών δεδομένων, κατά τη γνώμη πάντα της μειοψηφίας, κρίνεται ότι το ύψος του παραβόλου, -το οποίο σήμερα, ενδεικτικώς, απαιτεί 4-5 ημερομίσθια, άλλως αντιστοιχεί στο 1/7 του (μικτού) κατώτατου μισθού του νεοδιοριζόμενου δημοσίου υπαλλήλου, στο 1/5 του (μικτού) μισθού του ανειδίκευτου εργάτη και στο 1/5 της κατώτατης (μικτής) σύνταξης-, είναι, κατά την κοινή πείρα, αποτρεπτικό και καθιστά από μόνο του (πολλώ δε μάλλον σε συνδυασμό με τα λοιπά δικαστικά δαπανήματα) δυσχερή έως αδύνατη την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και δη την κατάθεση ένδικων βοηθημάτων στα πρωτοβάθμια διοικητικά δικαστήρια από το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού. Έτσι, όμως, θίγει άμεσα τον πυρήνα του σχετικού συνταγματικού δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. του Συντάγματος, αλλά αντίκειται ωσαύτως στο άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης (Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) (πρβλ. απόφαση της 24-5-2006, υπόθεση Weissman κατά Ρουμανίας) και, τέλος, στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης…».
Με θάρρος και παρρησία, η ίδια δικαστής όχι μόνο διατυπώνει την ανωτέρω άποψή της, αλλά σχολιάζει και αντίστοιχη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το θέμα: «… Και ναι μεν με την ΟλΣτΕ 601/2012 κρίθηκε ότι το αναπροσαρμοσθέν κατά τα ανωτέρω παράβολο «…δεν είναι κατά κοινή πείρα τέτοιου ύψους ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι παρεμποδίζει το δικαίωμα του διοικούμενου να προσφύγει ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων», ωστόσο, η εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου συζητήθηκε σε τέτοιο χρόνο (χρόνος συζήτησης η 7-10-2011, χρόνος διάσκεψης η 20-1-2012), που δεν είχαν δημοσιευθεί και τεθεί σε εφαρμογή οι προαναφερόμενοι νόμοι 4046/2012 (Δεύτερο Μνημόνιο) και 4093/2012 (Τρίτο Μνημόνιο) και οι 78 εφαρμοστικοί αυτών, ούτε είχαν δημοσιευθεί στοιχεία που άπτονται του βιοτικού επιπέδου και της οικονομικής και φοροδοτικής δυνατότητας της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών της Χώρας, ως συνέπεια της εφαρμογής των μέτρων που υιοθετήθηκαν από το 2010 και εντεύθεν, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν…».

Δημήτριος Γ. Γκολέμης

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, μέλος της δικηγορικής εταιρίας Δ. ΓΚΟΛΕΜΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ.