Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο επεκτείνεται στη χώρα μας η δράση εισπρακτικών εταιριών, οι οποίες με συνεχείς οχλήσεις (κυρίως τηλεφωνικές), ακόμα και σε ακατάλληλες ώρες, επιχειρούν μέσω αγνώστων υπαλλήλων τους, να «πιέσουν» τους οφειλέτες κυρίως πιστωτικών ιδρυμάτων, ή ακόμα και συγγενικά τους πρόσωπα που τυχαίνει να απαντήσουν στις κλήσεις, για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους. Είναι προφανές ότι η ανωτέρω πρακτική δημιουργεί δικαιολογημένη οργή στο καταναλωτικό κοινό από το γεγονός ότι, πολλές φορές, τα απόρρητα κατά τον νόμο προσωπικά δεδομένα των καταναλωτών, διαπιστώνεται ότι έχουν διαρρεύσει, χωρίς καμιά απολύτως δική τους ενημέρωση, σε άγνωστους τρίτους, που πολλές φορές με αθέμιτες μεθόδους τους πιέζουν να εξοφλήσουν.
Η ανωτέρω πρακτική είναι απολύτως παράνομη. Ο Ν. 2472/1997 απαγορεύει την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων φυσικού προσώπου, όταν γίνεται χωρίς την προηγουμένη ενημέρωση του ατόμου που αφορούν. Το δικαίωμα αυτό της γνώσεως του ατόμου για το ποιος πληροφορείται τις οφειλές του, προστατεύεται από το νόμο αυτοτελώς και αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση του προβλεπόμενου δικαιώματος αντίρρησης από μέρους του.
Επιπλέον, ο υπεύθυνος επεξεργασίας (στην προκειμένη περίπτωση ο κάθε δανειστής που μπορεί να είναι Τράπεζες, πολυκαταστήματα κλπ) οφείλει – μετά τη συλλογή των σχετικών δεδομένων και πριν από τη διαβίβαση τους σε εισπρακτικές εταιρίες – να ενημερώνει τα άτομα που αφορούν τα δεδομένα, μεταξύ άλλων για τη συλλογή και διαβίβαση, αλλά και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων του. Η σχετική ενημέρωση πρέπει να γίνεται το αργότερο πριν από την μετάδοση των προσωπικών δεδομένων στους αποδέκτες – εισπρακτικές εταιρίες, κάτι που σπάνια συμβαίνει στην πράξη.
Εξάλλου, και οι εισπρακτικές εταιρίες ως αποδέκτες των προσωπικών δεδομένων, οφείλουν μόλις έλθουν σε πρώτη επαφή με τα στοιχεία των οφειλετών, να τους ενημερώσουν, εγγράφως για την πρόθεση τους να κάνουν χρήση των δεδομένων του, για τον σκοπό της χρήσης αυτής και για τον υπεύθυνο επεξεργασίας αυτών, από το αρχείο του οποίου θα γίνει η άντληση των δεδομένων (σύμφωνα και με τις με αρ. 050/20-1-2000 και 109/31-3-1999 Αποφάσεις της Αρχής Προσωπικών Δεδομένων). Φυσικά, ούτε και αυτό συμβαίνει και ο καταναλωτής τις περισσότερες φορές δέχεται έκπληκτος τηλεφωνικές οχλήσεις από αγνώστους, που γνωρίζουν τα πάντα γι’ αυτόν.
Όλες οι ανωτέρω διατάξεις δεν είναι κενό γράμμα του νόμου, διότι προβλέπεται κύρωση σε περίπτωση παραβίασής τους. Έτσι, εάν σε κάποιο άτομο – οφειλέτη προκληθεί ηθική βλάβη (στενοχώρια, άγχος, οργή κλπ) από πράξεις του υπευθύνου επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων (Τράπεζες κλπ) αλλά και του αποδέκτη αυτών (εισπρακτικές εταιρίες), που ενεργούν κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2472/1997, τότε παρέχεται στον θιγόμενο αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική του βλάβη, η οποία ορίζεται κατ’ ελάχιστο όριο στο ποσό των 2.000.000 δρχ. (ή 5.869,61 ευρώ).

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΓΚΟΛΕΜΗΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ ΑΡΕΙΩ ΠΑΓΩ