ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ
ΤΟΜΕΑΣ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΔΙΔΑΣΚΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ 2009-2010

ΘΕΜΑ: Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ – ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

ΚΟΜΟΤΗΝΗ ΜΑΪΟΣ 2010
ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Β. Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Β.Ι. Η Νομισματική Ένωση
Β.ΙΙ. Νομισματική Πολιτική
Β.ΙΙΙ. Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών
Β.ΙV. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ)
1. Τα όργανα της ΕΚΤ
2. Αρμοδιότητες της ΕΚΤ
Β.V. Οι Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες
Β.VI. Λοιπά όργανα του κοινοτικού συστήματος

Γ. ΥΠΕΡΕΘΝΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Γ.Ι. Υπερεθνική μέθοδος νομισματικής πολιτικής
Γ.ΙΙ. Αποπολιτικοποίηση της νομισματικής πολιτικής
Γ.ΙΙΙ. Θεσμικό πλαίσιο ανεξαρτησίας ΕΚΤ και ΕθνΚΤ
Γ.ΙV. Δημοσιονομική πειθαρχία και νομισματική σταθερότητα
Γ.V. Διεθνής οικονομική κρίση και νομισματική σταθερότητα

Δ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η άσκηση της νομισματικής πολιτικής έχει υποστεί σημαντικές μεταβολές διεθνώς κατά τη διάρκεια των τελευταίων 60 ετών. Ασφαλώς σε παγκόσμιο επίπεδο κορυφαία στιγμή στη εξέλιξη της νομισματικής αρχιτεκτονικής ήταν η Οικονομική και Νομισματική Ένωση ορισμένων κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι στόχοι της νομισματικής πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν επηρεαστεί από τις εξελίξεις της οικονομικής θεωρίας, υπό το πρίσμα βέβαια και της εμπειρίας. Οι μεταβαλόμενες οικονομικές δομές, η πρόσφατη παγκόσμια οικονομική κρίση και η αυξανόμενη αλληλεξάρτηση των οικονομιών και των χρηματοπιστωτικών αγορών ιδιαιτέρως, έχουν επιβάλλει τον μετασχηματισμό του τρόπου άσκησης της νομισματικής πολιτικής.

Β. Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Β.Ι. Η Νομισματική Ένωση
Ένας από τους βασικότερους στόχους που τέθηκε στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, υπήρξε η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) των κρατών – μελών. Ο στόχος αυτός αποτυπώθηκε στη συνθήκη του Μάαστριχτ, που υπογράφηκε την 7-2-1992 και τέθηκε σε ισχύ την 1-11-1993. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι η ανωτέρω συνθήκη αποτέλεσε το τελικό στάδιο, μιας αρκετά σύνθετης διαδικασίας διαβουλεύσεων, που διήρκεσε αρκετά, ξεκινώντας ήδη από τη δεκαετία του 1970 .
Ο κορυφαίος στόχος της ΟΝΕ ήταν η καθιέρωση ενός ενιαίου νομίσματος, του ευρώ, μέσα σε συγκεκριμένες προθεσμίες που τέθηκαν και ακολουθήθηκαν, ξεκινώντας από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Μαδρίτης τον Ιούνιο του 1989 και καταλήγοντας την 1-1-1999, οπότε άρχισε η θεσμική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών. Η Νομισματική Ένωση αποτελεί τον ένα από τους δύο τομείς της ενοποίησης. Ο άλλος τομέας είναι η Οικονομική Ένωση. Οι θεσμικές και φυσικά οι νομικές συνέπειες στους δύο αυτούς τομείς δεν ταυτίζονται. Έτσι, ενώ η οικονομική πολιτική στα πλαίσια της ΟΝΕ παραμένει εθνική αρμοδιότητα για την οποία τίθενται κάποιες ενιαίες οικονομικές αρχές με βασικότερη όλων την αρχή της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, η νομισματική πολιτική ξέφυγε εντελώς από την εθνική πολιτική κάθε κράτους και αποτελεί μια αμιγώς κοινοτική αρμοδιότητα. Η κοπή του νομίσματος, η διαχείριση και η πολιτική της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ανήκει πλέον στη δικαιοδοσία της κοινότητας, συνιστώντας τον σκληρό πυρήνα της ΟΝΕ. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η νομισματική πολιτική μέχρι την ΟΝΕ ήταν μία από τις βασικότερες εκφράσεις της εθνικής κυριαρχίας και το νόμισμα ένα από τα βασικότερα μέσα άσκησης οικονομικής πολιτικής από τα κράτη.
Πρόδρομος θεσμός της ΟΝΕ υπήρξε το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα, που δημιουργήθηκε το έτος 1979 και είχε ως βασική συνιστώσα του ένα μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών που στόχο είχε την καθιέρωση μιας ζώνης νομισματικής σταθερότητας στην Ευρώπη. Σήμερα το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα αποτελεί τον προθάλαμο της ΟΝΕ, καθόσον δεν συμμετέχουν όλα τα κράτη μέλη στη Νομισματική Ένωση. Αυτό είναι λογικό διότι τα δημοσιονομικά δεδομένα κάθε χώρας είναι διαφορετικά και διαρκώς μεταβαλλόμενα. Προκειμένου να υπάρξει μια κατά το δυνατόν δημοσιονομική ομοιογένεια και ομοιομορφία για τις ανάγκες της ΟΝΕ υιοθετήθηκαν μια σειρά από κριτήρια και υποχρεώσεις των κρατών μελών. Τα κριτήρια μετάβασης στο ενιαίο νόμισμα είναι (άρθρο 140.1 ΣΛΕΕ) :

Η σταθερότητα των τιμών.
Η δημοσιονομική κατάσταση (δημοσιονομικό έλλειμμα και δημόσιο χρέος).
Η επί τουλάχιστον μία διετία συστηματική συμμετοχή στο μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος .
Η σύγκλιση των μακροπρόθεσμων τιμών επιτοκίων.

Η Νομισματική Ένωση στην ουσία δημιούργησε δύο ομάδες κρατών μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει τα κράτη που εκπληρώνουν τις ανωτέρω προϋποθέσεις οικονομικής και νομισματικής σύγκλισης στα κριτήρια της ΟΝΕ, ενώ η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει τα κράτη που δεν τις πληρούν και βρίσκονται σε καθεστώς παρέκκλισης (κράτη μέλη με παρέκκλιση). Το καθεστώς παρέκκλισης στην ουσία αποτελεί ένα ενδιάμεσο στάδιο μέχρι τα κράτη αυτά να εκπληρώσουν τις προϋποθέσεις πλήρους ένταξης στην ΟΝΕ.

B.II. Η Νομισματική Πολιτική
Η νομισματική πολιτική στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της κοινότητας και ασκείται σχεδόν αποκλειστικά από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η δομή και ο τρόπος άσκησης της νομισματικής πολιτικής ταιριάζει περισσότερο σε δομή ομόσπονδου κράτους και ελάχιστα ομοιάζει με τις λοιπές δομές ρυθμιστικής ενοποίησης του λοιπού κοινοτικού δικαίου . Η άσκηση της νομισματικής πολιτικής συνολικά από την ΕΕ αποτελεί τη μοναδική περίπτωση γνήσιας ομοσπονδιακής οργάνωσης στην κοινότητα. Και αυτό γιατί, ενώ σε όλες τις περιπτώσεις εκχώρησης αρμοδιοτήτων από τον εθνικό στον υπερεθνικό – κοινοτικό τομέα, η εκχώρηση αυτή εμφανίζεται απλώς ως υπεροχή του κοινοτικού δικαίου έναντι του εθνικού, στην περίπτωση της νομισματικής πολιτικής έχουμε υπεροχή του κοινοτικού τομέα και των συγκεκριμένων οργάνων του απέναντι στον εθνικό τομέα και τα αντίστοιχα εθνικά όργανα. Δηλαδή, στη νομισματική πολιτική της ΕΕ, αντί για το παραδοσιακό δίπολο (κοινότητα – κράτη μέλη, εθνικό – υπερεθνικό επίπεδο εξουσίας), η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποτελεί τον υπερεθνικό πόλο χάραξης και εφαρμογής ενιαίας νομισματικής πολιτικής.
Η μετάθεση της Νομισματικής πολιτικής στο υπερεθνικό επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιούργησε την ανάγκη δημιουργίας νέων υπερεθνικών φορέων διαχείρισης της ενιαίας πλέον Νομισματικής πολιτικής. Οι δύο φορείς της Νομισματικής Πολιτικής, αλλά και της διαχείρισης του ευρώ ως κοινού νομίσματος συστήθηκαν με τη συνθήκη του Μάαστριχτ και είναι προεχόντως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και δευτερευόντως το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών.
Όλα τα ανωτέρω καθιστούν σαφές ότι η ανάλυση της αρχιτεκτονικής του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος στην ουσία αποτελεί και ανάλυση του πυρήνα διαχείρισης των οικονομικών κρίσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσα από την άσκηση Νομισματικής Πολιτικής σε υπερεθνικό επίπεδο με θεσμοθετημένα κοινοτικά όργανα που τον τρόπο λειτουργίας τους θα αναπτύξουμε στη συνέχεια.

Β.ΙΙI. Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών
Ο τρόπος λειτουργίας, η δομή και σύνθεση του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών ρυθμίζεται τόσο από τις διατάξεις της Συνθήκης (άρθρα 127 έως 144 ΣΛΕΕ) , όσο και από το σχετικό πρωτόκολλο που στην ουσία αποτελεί ένα καταστατικό 53 άρθρων. Το ΕΣΚΤ είναι ένα ιδιόμορφο νομικό μόρφωμα του κοινοτικού δικαίου. Αποτελείται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και από τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες των κρατών μελών. Δεν αποτελεί αυτοτελές όργανο, ούτε και έχει νομική προσωπικότητα. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να διαθέτει περιουσία, ούτε και να συμβάλλεται σε διεθνές επίπεδο.
Το ΕΣΚΤ είναι ένα δικαιικό υποσύνολο στερούμενο οργανικής υποστάσεως, δια του οποίου οργανώνεται το πεδίο της νομισματικής ένωσης . Σε αυτό συμμετέχουν όλες οι κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών, τόσο αυτών που έχουν υιοθετήσει το κοινό νόμισμα, όσο και αυτών που βρίσκονται σε καθεστώς παρέκκλισης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στην ουσία εξασφαλίζεται η συνεργασία όλων ανεξαιρέτως των κοινοτικών δυνάμεων, από όποια θέση και αν κατέχουν, στην νομισματική και συναλλαγματική πολιτική.
Πρωταρχικός κοινοτικός στόχος είναι η νομισματική σταθερότητα, την οποία καλείται να προασπίσει το ΕΣΚΤ ως έναν από τους βασικότερους στόχους του. Στα πλαίσια αυτά τα βασικά του καθήκοντα είναι:

Να χαράζει και να εφαρμόζει τη νομισματική πολιτική της Κοινότητας.
Να διενεργεί πράξεις συναλλάγματος,
Να κατέχει και να διαχειρίζεται τα επίσημα συναλλαγματικά διαθέσιμα των κρατών μελών. Και
Να προωθεί την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών.

Να σημειωθεί ότι το ΕΣΚΤ διοικείται από τα όργανα της ΕΚΤ, ήτοι από το Διοικητικό Συμβούλιο, την Εκτελεστική Επιτροπή και το Γενικό Συμβούλιο, που θα δούμε στη συνέχεια αναλυτικά.

Β.ΙV. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι το κατεξοχήν όργανο νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχει νομική προσωπικότητα, που αναγνωρίζεται σε όλα τα κράτη μέλη και μπορεί να έχει περιουσία. Επίσης παρίσταται και ως διάδικος. Η ΕΚΤ εδρεύει στην Φραγκφούρτη της Γερμανίας.
Όπως προαναφέρθηκε η ΕΚΤ αποτελεί το ένα από τα δύο οργανωτικά επίπεδα και τον πυρήνα της δράσης του ΕΣΚΤ, το οποίο διοικείται από τα όργανά της . Στην ουσία μέσα από την εκπλήρωση των σκοπών της εκπληρώνει και τους σκοπούς του ΕΣΚΤ, που αποτελεί ταυτόχρονα τον πυρήνα του, αλλά και την κορυφή του.

1. Τα όργανα της ΕΚΤ
Η ΕΚΤ διοικείται από τρία όργανα, το Διοικητικό Συμβούλιο, την Εκτελεστική Επιτροπή και το Γενικό Συμβούλιο. Η λειτουργία της Τράπεζας καθορίζεται από καταστατικό, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι όλα τα όργανα έχουν εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι το τρίτο όργανο της ΕΚΤ, το Γενικό Συμβούλιο, είναι προσωρινό όργανο και υπάρχει για όσο χρόνο στα πλαίσια της ΟΝΕ θα υπάρχουν μέλη με παρέκκλιση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.
Το Διοικητικό Συμβούλιο βρίσκεται στη κορυφή της ιεραρχίας της Τράπεζας. Είναι το όργανο που κατεξοχήν καθορίζει τις παραμέτρους και τους στόχους της νομισματικής πολιτικής της Κοινότητας. Συγκροτείται από τα έξι (6) μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής και όλους τους διοικητές των 16 Κεντρικών Τραπεζών των κρατών που έχουν υιοθετήσει το κοινό νόμισμα. Δεν συμμετέχουν διοικητές των Κεντρικών Τραπεζών των κρατών με παρέκκλιση. Η θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ποικίλλει. Τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής ασκούν τα καθήκοντά τους για οκτώ χρόνια και δεν μπορούν να επανεκλεγούν. Αντίθετα, οι διοικητές των Κεντρικών Τραπεζών των κρατών της ΟΝΕ υπόκεινται όσον αφορά στο διορισμό τους και στη θητεία τους στην οικεία νομοθεσία του κάθε κράτους μέλους. Για λόγους θεσμικής ανεξαρτησίας και δημοκρατικής λειτουργίας του συστήματος, οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών δεν επιτρέπεται με βάση το καταστατικό της ΕΚΤ να έχουν θητεία μικρότερη από πέντε έτη. Η ρήτρα αυτή έχει περάσει και στις νομοθεσίες των κρατών – μελών. Το Διοικητικό Συμβούλιο με βάση τις αρμοδιότητες που του έχουν εκχωρηθεί από το Καταστατικό, αποφασίζει και θέτει σε εφαρμογή εσωτερικό κανονισμό, με τον οποίο κατά βάση καθορίζεται η εσωτερική οργάνωση της ΕΚΤ και των οργάνων που γενικά συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων.
Το Διοικητικό Συμβούλιο ως ιεραρχικά ανώτερο όργανο της ΕΚΤ καθορίζει, όπως είναι φυσικό, τη νομισματική πολιτική της ΕΕ. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ καθορίζει κατ’ αρχάς τα βασικά επιτόκια για τη ζώνη του ευρώ . Τα επιτόκια καθορίζουν την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ. Καθορίζει επίσης τους νομισματικούς στόχους, δίνει κατευθυντήριες γραμμές και επεμβαίνει συμβουλευτικά, όπου κρίνει ότι είναι αναγκαίο. Να σημειωθεί ότι το Διοικητικό Συμβούλιο υλοποιεί και τις αποφάσεις του ΕΣΚΤ ως εντεταλμένο όργανο.
Οι παραπάνω αρμοδιότητες ασκούνται από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου με πλήρη ανεξαρτησία, διότι ενεργούν ως πρόσωπα που συμμετέχουν στο όργανο και όχι ως εκπρόσωποι των οικονομιών των κρατών μελών, που τους διορίζουν. Μάλιστα, όλα τα μέλη συμμετέχουν με μία ψήφο και κάθε ψήφος έχει την ίδια βαρύτητα στη λήψη αποφάσεων. Κατ’ εξαίρεση για τη λήψη ορισμένων αποφάσεων που καθορίζονται περιοριστικά στο καταστατικό της ΕΚΤ, δεν ισχύει η αρχή της ισότητας της ψήφου, αλλά η επιμέτρηση της βαρύτητας κάθε ψήφου είναι ανάλογη της συμμετοχής κάθε Εθνικής Κεντρικής Τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο της ΕΚΤ . Στις περιπτώσεις αυτές η ψήφος των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής έχει μηδενική στάθμιση .
Τέλος, αξιοσημείωτο είναι ότι το Διοικητικό Συμβούλιο στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο για προσβολή διαφόρων πράξεων ή ακόμα, με ομόφωνη εισήγηση, να ενεργοποιήσει τη διαδικασία τροποποίησης κάποιων άρθρων του Καταστατικού της ΕΚΤ .
Η Εκτελεστική Επιτροπή είναι ένα ακόμα όργανο αποφάσεων της ΕΚΤ. Αποτελείται από τον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο και τέσσερα μέλη. Τα μέλη της επιτροπής καθορίζονται με κοινή συμφωνία των κρατών μελών σε επίπεδο κυβερνήσεων, μετά από σύσταση του Συμβουλίου και αφού μεσολαβήσει διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΚΤ. Επιλέγονται τεχνοκράτες εγνωσμένου κύρους και με γνώσεις στα νομισματικά θέματα και η θητεία τους διαρκεί για οκτώ χρόνια. Να σημειωθεί ότι δεν επιτρέπεται το ίδιο πρόσωπο να επιλεγεί για νέα θητεία μετά την πάροδο της οκταετίας. Όλα τα ανωτέρω καθιστούν εμφανή την προσπάθεια να επιλέγονται κάθε φορά πρόσωπα με υπερεθνικά χαρακτηριστικά, τα οποία θα είναι τα πλέον κατάλληλα να συμμετέχουν στη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής της Κοινότητας. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στην εκλογή των προσώπων της Εκτελεστικής Επιτροπής συμμετέχουν με διαφορετικό βέβαια τρόπο, διάφορα όργανα για να εξασφαλιστεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό η ανεξαρτησία των προσώπων που θα επιλεγούν.
Τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής προβλέπεται να παυτούν των καθηκόντων σε δύο περιπτώσεις: ι) είτε όταν για κάποιο λόγο δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, ιι) είτε όταν διαπιστωθεί ότι διέπραξαν βαρύ παράπτωμα, οπότε με απόφαση του Δικαστηρίου παύονται κατόπιν αιτήσεως της Εκτελεστικής Επιτροπής ή εναλλακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου.
Οι αρμοδιότητες της Εκτελεστικής Επιτροπής καθορίζονται και μεταβιβάζονται κατά βάση από το Διοικητικό Συμβούλιο. Σε κάθε περίπτωση είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση των τρεχόντων ζητημάτων που ανακύπτουν στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής όπως καθορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Έτσι παρεμβαίνει και με οδηγίες προς τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες για να υλοποιηθούν οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου.
Τέλος, να σημειώσουμε το εξής: Μια ενίσχυση του ρόλου της Εκτελεστικής Επιτροπής είτε μέσω των αρμοδιοτήτων που ορίζονται από το Καταστατικό της ΕΚΤ, είτε με μεταβίβαση περισσότερων εξουσιών από το Διοικητικό Συμβούλιο, θα έκανε περισσότερο συγκεντρωτική τη λήψη αποφάσεων στα πλαίσια της νομισματικής πολιτικής. Και αυτό διότι η συμμετοχή των Διοικητών των Εθνικών Κεντρικών Τραπεζών στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αυξάνει τις φυγόκεντρες τάσεις, ακόμα και αν γίνει δεκτό αυτό που προαναφέρθηκε, ότι δηλαδή αυτοί ενεργούν ως πρόσωπα που συμμετέχουν στο όργανο και όχι ως εκπρόσωποι των οικονομιών των κρατών μελών, που τους διορίζουν.
Το Γενικό Συμβούλιο σε αντίθεση με τα προηγούμενα όργανα της ΕΚΤ είναι προσωρινό και μεταβατικό όργανο, καθόσον προβλέπεται η ύπαρξή του για όσο χρόνο υπάρχουν κράτη μέλη με παρέκκλιση. Η σκοπιμότητα ύπαρξης του οργάνου αυτού έγκειται στην αναγκαιότητα διαχείρισης των προβλημάτων που ανακύπτουν από τη συνύπαρξη στην Κοινότητα κρατών με παρέκκλιση και κρατών χωρίς παρέκκλιση. Σκοπός του οργάνου είναι η ανάπτυξη της συνεργασίας όλων των κρατών μελών, ακόμα και αυτών που δεν συμμετέχουν στα λοιπά όργανα λήψης αποφάσεων της ΕΚΤ, με απώτερο φυσικά στόχο την ένταξη στη ζώνη του ευρώ και των κρατών που σήμερα είναι εκτός. Το Γενικό Συμβούλιο έχει αναλάβει την εκτέλεση των καθηκόντων του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ιδρύματος τα οποία πρέπει να ασκεί η ΕΚΤ κατά το Τρίτο Στάδιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ), εφόσον υπάρχουν κράτη μέλη της ΕΕ που δεν έχουν ακόμη υιοθετήσει το ευρώ. Στο Γενικό Συμβούλιο μετέχουν ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ μαζί με όλους τους προέδρους των Κεντρικών Τραπεζών όλων των κρατών μελών. Τα υπόλοιπα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής μπορούν να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου. Ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ένα μέλος της Επιτροπής μπορούν να συμμετάσχουν στις συναντήσεις του γενικού συμβουλίου της ΕΚΤ, χωρίς δικαίωμα ψήφου.
Στο άρθρο 47 του Καταστατικού της ΕΚΤ αναφέρονται αναλυτικά οι αρμοδιότητες του Γενικού Συμβουλίου οι οποίες είναι κυρίως συμβουλευτικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, συμβάλλει στις συμβουλευτικές λειτουργίες της ΕΚΤ για κάθε προτεινόμενη κοινοτική πράξη ή σχέδιο εθνικής νομοθετικής διάταξης για την προληπτική εποπτεία και σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, στη συλλογή στατιστικών πληροφοριών, στην προετοιμασία των ετήσιων εκθέσεων της ΕΚΤ, στη θέσπιση των κανόνων που είναι αναγκαίοι για την τυποποίηση της λογιστικής παρακολούθησης και της υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις πράξεις των ΕθνΚΤ, στη λήψη μέτρων που αφορούν τον καθορισμό της κατανομής για την εγγραφή στο κεφάλαιο της ΕΚΤ (εκτός εκείνων που έχουν ήδη καθοριστεί στη Συνθήκη), στη θέσπιση των όρων απασχόλησης του προσωπικού της ΕΚΤ και στις απαραίτητες προετοιμασίες για τον αμετάκλητο καθορισμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών των νομισμάτων των κρατών μελών με παρέκκλιση έναντι του ευρώ.

2. Αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
Η ΕΚΤ κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων απολαμβάνει θεσμικής ανεξαρτησίας. Ως αντιστάθμισμα, συντάσσει ετήσια έκθεση για τη νομισματική πολιτική της κοινότητας για το προηγούμενο και για το τρέχον έτος. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Κοινοβούλιο. Επίσης, ο πρόεδρος της ΕΚΤ υποχρεούται να παρουσιάζει την έκθεση αυτή στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στην Επιτροπή, ενώ έχει υποχρέωση να παρίσταται σε διάφορες επιτροπές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όταν του ζητείται.
Ως βασικές κατευθυντήριες γραμμές για τις αρμοδιότητες της ΕΚΤ καθορίζονται η διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών και η διατήρηση μιας αξιόπιστης οικονομικής πολιτικής στην Κοινότητα (άρθρο 127 ΣΛΕΕ) . Στα πλαίσια αυτής της γενικής αποστολής έχουν καθοριστεί ειδικές αρμοδιότητες της ΕΚΤ που είναι οι εξής:
ι. Έκδοση Νομίσματος
Σύμφωνα με το άρθρο 128 ΣΛΕΕ η ΕΚΤ έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπει την έκδοση τραπεζογραμματίων σε ευρώ μέσα στην Ένωση . Η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες μπορούν να εκδίδουν τέτοια τραπεζογραμμάτια. Τα τραπεζογραμμάτια που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες είναι τα μόνα τραπεζογραμμάτια που αποτελούν νόμιμο χρήμα μέσα στην Ένωση. Τα κράτη μέλη μπορούν να εκδίδουν κέρματα σε ευρώ, η ποσότητα των οποίων τελεί υπό την έγκριση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το Συμβούλιο, με πρόταση της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μπορεί να θεσπίζει μέτρα για την εναρμόνιση της ονομαστικής αξίας και των τεχνικών προδιαγραφών όλων των κερμάτων που πρόκειται να κυκλοφορήσουν, στο βαθμό που είναι απαραίτητος για την ομαλή κυκλοφορία τους μέσα στην Ένωση.
Να σημειωθεί ότι η ανωτέρω αρμοδιότητα υπήρξε η κατεξοχήν αρμοδιότητα των Εθνικών Κεντρικών Τραπεζών. Η άσκηση αυτής από την ΕΚΤ γίνεται στα πλαίσια διαχείρισης της νομισματικής πολιτικής με στόχο, όπως προαναφέρθηκε τη νομισματική σταθερότητα.
ιι. Συμβουλευτικός ρόλος
Σύμφωνα με το άρθρο 127.4 ΣΛΕΕ, η ΕΚΤ έχει συμβουλευτικό ρόλο για θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, όπως καθορίστηκε παραπάνω. Να σημειωθεί ότι οι συμβουλευτικές αρμοδιότητες της ΕΚΤ ασκούνται τόσο στο κοινοτικό πεδίο, προς τα λοιπά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και στο εθνικό επίπεδο, καθόσον της ζητείται η γνώμη και για την εθνική νομοθεσία, εφόσον αφορά σε τομείς της νομισματικής και τραπεζικής πολιτικής. Πέρα από την ανωτέρω προβλεπόμενη υποχρεωτική συμβουλευτική αρμοδιότητά της, η ΕΚΤ μπορεί προαιρετικά και επιλεκτικά να εκφράζει τις θέσεις σε κοινοτικά όργανα, αλλά και στις εθνικές αρχές για τα θέματα που θεωρεί ότι εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της . Ο συμβουλευτικός ρόλος της ΕΚΤ μπορεί να ασκείται και προληπτικά, στα πλαίσια της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των πιστωτικών ιδρυμάτων.
ιιι) Προληπτική εποπτεία χρηματοπιστωτικού συστήματος
Σύμφωνα με το άρθρο 127.5 ΣΛΕΕ, η ΕΚΤ συμβάλλει στην εκ μέρους των αρμόδιων αρχών ομαλή άσκηση πολιτικών που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
ιν) Έκδοση νομικών πράξεων
Σύμφωνα με το άρθρο 132 ΣΛΕΕ για την εκπλήρωση της αποστολής που έχει ανατεθεί στο ΕΣΚΤ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σύμφωνα με τις διατάξεις των Συνθηκών και υπό τους όρους που καθορίζει το καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ εκδίδει κανονισμούς, λαμβάνει αποφάσεις αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στο ΕΣΚΤ από τις Συνθήκες και το καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ και διατυπώνει συστάσεις και γνώμες. Η δεσμευτικότητα των ανωτέρω πράξεων είναι ίδια με τη δεσμευτικότητα των πράξεων των λοιπών κοινοτικών οργάνων. Εντός των ορίων και υπό τους όρους που θεσπίζονται από το Συμβούλιο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 129 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ , η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δικαιούται να επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές στις επιχειρήσεις λόγω μη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τους κανονισμούς ή τις αποφάσεις της. Η ΕΚΤ μπορεί να αποφασίσει να δημοσιεύσει τις αποφάσεις, συστάσεις και γνώμες της.
Τέλος, να σημειωθεί ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ ασκώντας τη νομισματική πολιτική θέτει στόχους. Στα πλαίσια των στόχων αυτών η Εκτελεστική Επιτροπή εκδίδει οδηγίες προς τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες. Οι οδηγίες αυτές αποτελούν εσωτερικές πράξεις του Ευρωσυστήματος και δεν έχουν σχέση με τις οδηγίες που εκδίδουν τα άλλα όργανα της Κοινότητας.
ν) Επιβολή κυρώσεων
Η κυρωτική εξουσία της ΕΚΤ ασκείται προς της Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες, προς τις Τράπεζες που είναι εγκατεστημένες στα κράτη μέλη, αλλά και προς τις επιχειρήσεις που οφείλουν να τηρούν τις αποφάσεις της. Όσον αφορά στις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες η ΕΚΤ έχει δικαίωμα να υποβάλλει τις παρατηρήσεις σε αυτές όταν αθετούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την κοινοτική νομοθεσία και να τους θέσει προθεσμία για να συμμορφωθούν. Στην περίπτωση αυτή, αν οι Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες δεν συμμορφωθούν εμπρόθεσμα έχει δικαίωμα το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ να προσφύγει στο Δικαστήριο. Όσον αφορά στις επιχειρήσεις η ΕΚΤ έχει αρμοδιότητα να επιβάλλει πρόστιμα και χρηματικές ποινές σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς, τις οδηγίες και τις αποφάσεις της. Τέλος όσον αφορά στα πιστωτικά ιδρύματα η ΕΚΤ στα πλαίσια καθορισμού της νομισματικής πολιτικής μπορεί να απαιτεί να διατηρούν ελάχιστα ποσά αποθεματικών και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης να επιβάλλει επιτόκια ποινής και λοιπές κυρώσεις.
νι) Διαχείριση συναλλακτικών αποθεμάτων
Η ΕΚΤ στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων νομισματικής πολιτικής έχει και παραπλήσιες αρμοδιότητες με αυτές που ασκούνται και από τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες. Έτσι συναλλάσσεται στις χρηματαγορές εκτελώντας πιστοδοτικές και πιστοληπτικές πράξεις, διαχειριζόμενη τα ίδια κεφάλαιά της, αλλά και τα συναλλακτικά διαθέσιμα των Εθνικών Κεντρικών Τραπεζών, που της μεταβιβάζονται. Επίσης, μπορεί να παρέχει διευκολύνσεις στα πιστωτικά ιδρύματα. Οι ανωτέρω πράξεις αποτελούν συνήθη μέσα άσκησης νομισματικής πολιτικής, την οποία η ΕΚΤ μπορεί να ασκεί διότι διαχειρίζεται ελεύθερα τα κεφάλαιά της.
νιι) Συμμετοχή σε διεθνείς νομισματικούς οργανισμούς
Τέλος, η ΕΚΤ μπορεί να συμμετέχει, όπως και οι Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες κατόπιν εγκρίσεώς της, σε διεθνείς νομισματικού οργανισμούς. Ο τρόπος συμμετοχής της ΕΚΤ στη λήψη των αποφάσεων για τη διεθνή εκπροσώπηση της κοινότητας καθορίζεται στο άρθρο 138 ΣΛΕΕ , όπου για σειρά από θέματα και αποφάσεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής απαιτείται προηγούμενη διαβούλευση με την ΕΚΤ.

Β.V. Οι Κεντρικές Τράπεζες των κρατών – μελών
Οι Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες αποτελούν το δεύτερο επίπεδο οργάνωσης του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών . Απολαμβάνουν λειτουργικής ανεξαρτησίας απέναντι τόσο των κοινοτικών οργάνων, όσο και απέναντι των εθνικών κυβερνήσεων των κρατών – μελών. Η θεσμική ανεξαρτησία τους διακηρύσσεται πανηγυρικά στο άρθρο 130 ΣΛΕΕ , ενώ πρόσθετες εγγυήσεις ανεξαρτησίας διατυπώνονται και σε άλλα σημεία. Ειδικότερα, στο άρθρο 131 ΣΛΕΕ ορίζεται ότι κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει, ότι η εθνική νομοθεσία του, συμπεριλαμβανομένου του καταστατικού της εθνικής κεντρικής του τράπεζας, συμφωνεί με τις Συνθήκες και το καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ. Επίσης, τα καταστατικά των Εθνικών Κεντρικών Τραπεζών δεν επιτρέπεται να προβλέπουν θητεία των Διοικητών του μικρότερη από πέντε έτη. Μάλιστα, οι διοικητές σε περίπτωση παράνομης παύσης τους έχουν δικαίωμα να προσφύγουν στο Δικαστήριο και να ζητήσουν την ακύρωση της απόφασης του κράτους μέλους.
Οι Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες λειτουργώντας ανεξάρτητα, ασκούν ένα σύστημα αποκεντρωμένης νομισματικής πολιτικής, αλλά ταυτόχρονα υπάγονται στην εποπτεία, την καθοδήγηση και τον έλεγχο της ΕΚΤ. Έτσι, λειτουργούν σε τρία επίπεδα: ι) μέσα στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών, ιι) ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, όπου συμμετέχουν ισότιμα οι διοικητές τους και ιιι) ως εθνικά όργανα στην έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους. Όλα τα ανωτέρω ισχύουν για της Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες των κρατών που έχουν υιοθετήσει το κοινό νόμισμα. Οι Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες των κρατών μελών με παρέκκλιση ασκούν αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο της αρμοδιότητές τους.

Β.VΙ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Η αρμοδιότητες της ΕΚΤ, όπως οριοθετούνται ανωτέρω, κάμπτουν την παραδοσιακή για το κοινοτικό παράδειγμα θεμέλια συζυγία Επιτροπής – Συμβουλίου . Η ΕΚΤ στην ουσία λαμβάνει ένα μεγάλο μέρος από τις εξουσίες της Επιτροπής στον τομέα της άσκησης της νομισματικής πολιτικής. Η σχέση ΕΚΤ και Επιτροπής θα πρέπει να οριοθετηθεί με πρωταρχικό γνώμονα ότι, ενώ η νομισματική πολιτική ασκείται στο κοινοτικό θεσμικό σύστημα από την ΕΚΤ, η άσκηση της οικονομικής πολιτικής από την Επιτροπή είναι ατελής λόγω της ατέλειας της οικονομικής Ένωσης των κρατών – μελών της Κοινότητας. Έτσι, ενώ ανάμεσα στην άσκηση της οικονομικής και της νομισματικής πολιτικής υπάρχει προφανής αλληλεξάρτηση, η θεσμική δραστηριότητα των κοινοτικών οργάνων στους δύο αυτούς τομείς είναι εντελώς διαφορετική και κυρίως είναι ασύμμετρη.
Εκείνο που είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί είναι ότι η άσκηση της νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ με στόχο τη νομισματική σταθερότητα, αφαιρεί τον συγκεκριμένο τομέα δράσης από την αποκλειστική εκτελεστική αρμοδιότητα της Επιτροπής. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις άσκησης της νομισματικής πολιτικής, η νομοθετική πρωτοβουλία επιμερίζεται διαζευκτικά ανάμεσα στην Επιτροπή και την ΕΚΤ. Επίσης, η Επιτροπή δεν συμμετέχει στη διαδικασία διορισμού των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ. Τέλος, διαζευκτική αρμοδιότητα Επιτροπής και ΕΚΤ προβλέπεται και στις περιπτώσεις υποβολής αιτήσεως προς το Συμβούλιο για την κατάργηση της παρέκκλισης ενός κράτους μέλους.
Συμπερασματικά, πρέπει να αναφερθεί ότι η Επιτροπή έχει αυξημένες αρμοδιότητες στα πλαίσια της Οικονομικής Ένωσης για να επιβάλλει μέσω της εποπτείας της τη δημοσιονομική πειθαρχία των κρατών μελών. Ασκώντας αυτές τις αρμοδιότητές της, εμμέσως συμμετέχει στην αρχιτεκτονική του νομισματικού συστήματος της Ευρώπης, διότι είναι προφανές ότι ο στόχος της νομισματικής σταθερότητας δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς δημοσιονομική πειθαρχία. Υπάρχει προφανής αλληλεξάρτηση μεταξύ Νομισματικής και Οικονομικής Πολιτικής, η οποία αντανακλάται και στα κοινοτικά όργανα που ασκούν τις πολιτικές αυτές. Απλώς, η Επιτροπή δεν μπορεί να διαμορφώσει τόσο καθοριστικά την οικονομική πολιτική της ΕΕ, όσο καθοριστικά μπορεί να διαμορφώσει η ΕΚΤ τη νομισματική πολιτική. Υπάρχει προφανής ασυμμετρία του συστήματος.

Β.VΙΙ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμμετέχει στην αρχιτεκτονική του νομισματικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με δύο τρόπους, ήτοι με το θεσμικό του έλεγχο προς την ΕΚΤ, αλλά και με την κατά περίπτωση συμμετοχή του στη λήψη αποφάσεων.
Στα πλαίσια αυτής της θεσμικής επικοινωνίας, η ΕΚΤ είναι υποχρεωμένη να υποβάλλει και να παρουσιάσει κάθε έτος έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στην έκθεση αυτή αναπτύσσονται οι δραστηριότητες του ΕΣΚΤ καθώς και η νομισματική πολιτική του τρέχοντος και του προηγούμενου έτους . Επί της εκθέσεως αυτής το Κοινοβούλιο συζητά, ενώ ο πρόεδρος και τη μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ δικαιούνται να παρίστανται στις διάφορες επιτροπές. Ο ρόλος του Κοινοβουλίου σχετικά με την άσκηση της νομισματικής πολιτικής που εφαρμόζει η ΕΚΤ, είναι περισσότερο εποπτικός και λιγότερο ελεγκτικός. Δηλαδή, δεν μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις παρά μόνο να ζητήσει εξηγήσεις, έτσι ώστε να υπάρχει και να διασφαλίζεται η διαφάνεια. Το Κοινοβούλιο δεν διαθέτει κυρωτική εξουσία, ούτε και μπορεί να αμφισβητεί τους στόχους της νομισματικής πολιτικής. Απλώς διατυπώνει αξιολογικές κρίσεις σχετικά με την αποτελεσματικότητά της.
Εξίσου περιορισμένος και περιφερειακός είναι ο ρόλος του Κοινοβουλίου στη λήψη αποφάσεων για τη νομισματική πολιτική, καθόσον ο ρόλος του περιορίζεται είτε με τη μορφή διαβούλευσης (π.χ. για την εκλογή των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής), είτε σε περιπτώσεις που απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του (π.χ. για την τροποποίηση κάποιων άρθρων κυρίως τεχνικού χαρακτήρα του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ). Ο ρόλος αυτός είναι κατώτερος του αναμενόμενου για ένα τόσο σημαντικό όργανο έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας. Δεν εκπλήσσει όμως, διότι είναι ανάλογος της θέσεις που έχει το Κοινοβούλιο και στα υπόλοιπα πεδία άσκησης της κοινοτικής πολιτικής.

Β.VΙΙ. Το Συμβούλιο
Η συνύπαρξη της ΕΚΤ και του Συμβουλίου αποτελεί ίσως την πλέον ενδιαφέρουσα σύζευξη υπερεθνικών και διακυβερνητικών οργών στην Κοινότητα. Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της ΕΚΤ, το Συμβούλιο , αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, θεσπίζει τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη χρήση του ευρώ ως ενιαίου νομίσματος. Τα μέτρα αυτά θεσπίζονται μετά από διαβούλευση με την ΕΚΤ. Έτσι η ΕΚΤ είναι ο ρυθμιστής εντός του νομισματικού συστήματος, ενώ το Συμβούλιο είναι ο ρυθμιστής του ίδιου του συστήματος . Βέβαια και το Συμβούλιο, ασκώντας τις ανωτέρω αρμοδιότητες νομισματικής πολιτικής υπόκειται στον βασικό άξονα – θεμελιώδη αρχή της νομισματικής σταθερότητας.
Έτσι, σχετικά με τον τομέα της νομισματικής πολιτικής, στην θεμελιακή σχέση Επιτροπή – Συμβούλιο – Κοινοβούλιο, η ΕΚΤ επεμβαίνει υποκαθιστώντας σε κάποια σημεία την Επιτροπή, είτε μέσω της διαδικασίας της διαβούλευσης, είτε μέσω της διαδικασίας διατύπωσης σύστασης μέσω της οποίας ενεργοποιείται η διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ειδικότερα, το Συμβούλιο, είτε κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και με την ΕΚΤ, είτε μετά από σύσταση της ΕΚΤ και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή, θεσπίζει κάποιες διατάξεις συμπληρωματικής νομοθεσίας που καθορίζονται ρητά στο άρθρο 129 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ . Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η αποφασιστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου κατά τη άσκηση της νομισματικής πολιτικής κάμπτεται και για τον πρόσθετο λόγο ότι η ΕΚΤ, όπως προαναφέρθηκε, εκδίδει κανονισμούς, λαμβάνει αποφάσεις και διατυπώνει συστάσεις και γνώμες , των οποίων η δεσμευτικότητα είναι ίδια με αυτή των πράξεων των λοιπών κοινοτικών οργάνων.
Συμπερασματικά, λοιπόν, η αποφασιστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου στον τομέα διαμόρφωσης της νομισματικής πολιτικής λειτουργεί μέσα από δύο ασφαλιστικές δικλείδες, που είναι αφενός η τήρηση της αρχής της νομισματικής σταθερότητας και αφετέρου η θεσμικά κατοχυρωμένη ανεξαρτησία των οργάνων της ΕΚΤ, η οποία έχει αποφασιστικές αρμοδιότητες και ενεργεί με τεχνοκρατική λογική. Άρα και στο τομέα της νομισματικής πολιτικής κατά τη σύζευξη των αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου και της ΕΚΤ αποτυπώνεται η παραδοσιακή στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου αντίθεση – ανταπαράθεση εθνικών και υπερεθνικών οργάνων κατά τη λήψη αποφάσεων μείζονος πολιτικής σημασίας.

Γ. ΥΠΕΡΕΘΝΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Γ.Ι. Υπερεθνική μέθοδος νομισματικής πολιτικής
Η υπερεθνική μέθοδος διακυβέρνησης στο κοινοτικό επίπεδο υλοποιείται σε δύο στάδια: Πρώτα διαμορφώνεται μια διακυβερνητική συμφωνία για την εκχώρηση αρμοδιοτήτων σε κοινοτικά όργανα. Στα πλαίσια αυτής της απόφασης. διαμορφώνεται ένας βασικός άξονας πολιτικής, τον οποίο σε δεύτερη φάση καλούνται να εξειδικεύσουν και να πραγματοποιήσουν τα υπερεθνικά όργανα . Ως υπερεθνική διακυβέρνηση δηλαδή νοείται το σύνολο των κανόνων, διαδικασιών και συμπεριφοράς που επηρεάζει των τρόπο άσκησης των εξουσιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε ότι αφορά στη διαφάνεια, τη συμμετοχή, τη λογοδότηση, την αποτελεσματικότητα και τη συνοχή. Η αρχιτεκτονική της νομισματικής πολιτικής σε κοινοτικό επίπεδο αποτελεί ίσως το κατ’ εξοχήν παράδειγμα υπερεθνικής διακυβέρνησης.
Άμεση συνέπεια της υπερεθνικής μεθόδου νομισματικής πολιτικής στην Ε.Ε. αποτελεί το γεγονός ότι τα κράτη μέλη έχουν εκχωρήσει στα κοινοτικά όργανα (κυρίως στην ΕΚΤ) την αποκλειστική αρμοδιότητα εκπόνησης νομοθεσίας στο τομέα αυτό. Το σύστημα αυτό θυμίζει περισσότερο δομή ομοσπονδιακού κράτους και καθιστά τη διαχείριση της νομισματικής πολιτικής σε κοινοτικό επίπεδο αποπολιτικοποιημένη. Η ΕΚΤ βρίσκεται μακριά από την πολιτική διαπραγμάτευση των κυβερνήσεων των κρατών μελών, οι οποίες έτσι δεν έχουν τη δυνατότητα να την καθυποτάξουν στη δημοσιονομική ευελιξία. Το καθεστώς αυτό, βέβαια, αμβλύνει τη δημοκρατική νομιμοποίηση της νομισματικής πολιτικής στην Κοινότητα, πλην όμως ο στόχος για απομόνωσή της από την πολιτική παρέμβαση σε μεγάλο βαθμό έχει επιτευχθεί.

Γ.ΙΙ. Αποπολιτικοποίηση της νομισματικής πολιτικής
Η ανάγκη υλοποίησης του βασικού στόχου της νομισματικής σταθερότητας στα πλαίσια Ε.Ε. υπαγορεύει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στο θεσμικό σχεδιασμό της αρχιτεκτονικής του νομισματικού της συστήματος. Το βασικότερο χαρακτηριστικό είναι η αποπολιτικοποίηση της νομισματικής πολιτικής που κατοχυρώνεται από τη θεσμική ανεξαρτησία της ΕΚΤ και των Εθνικών Κεντρικών Τραπεζών.
Κάθε κεντρική τράπεζα επηρεάζει καθοριστικά την οικονομία κάθε κράτους διότι ρυθμίζει την ρευστότητα των εμπορικών τραπεζών ρυθμίζοντας γενικότερα τις οικονομικές συνθήκες της αγοράς. Δηλαδή, κάθε Κεντρική Τράπεζα, επειδή ακριβώς έχει την αρμοδιότητα δημιουργίας χρήματος, πρέπει να βρίσκεται μακριά από αυτούς που έχουν συμφέρον στη διάθεσή του . Η αποπολιτικοποίηση της αρχιτεκτονικής της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής έχει τη βάση της στην καχυποψία των τεχνοκρατών προς τους πολιτικούς, που ενδεχομένως θα επιχειρούσαν να την χειραγωγήσουν για πρόσκαιρο πολιτικό τους όφελος. Πολλές φορές η κάλυψη των δημοσιονομικών αναγκών προκαλεί πληθωριστικές τάσεις, που μόνο μια ανεξάρτητη Κεντρική Τράπεζα μπορεί να εμποδίσει, για να τονώσει την αξιοπιστία της.
Η νομισματική σταθερότητα συνδέεται άρρηκτα με το χαμηλό επίπεδο πληθωρισμού. Η ΕΚΤ και οι ΕθνΚΤ, ως νομισματικές αρχές, μέσα από την θεσμοθετημένη ανεξαρτησία τους κυριαρχούν πάνω στις δημοσιονομικές αρχές των κρατών μελών, έχοντας ως σκοπό την ικανοποίηση των μακροπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων της νομισματικής σταθερότητας. Αυτό δεν είναι πάντοτε εφικτό στην εφαρμοσμένη οικονομική πολιτική της Eυρωζώνης όπου «συνυπάρχουν» μια ενιαία και ανεξάρτητη νομισματική πολιτική με τις διάφορες εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές των κρατών – μελών . Μετά τις ανωτέρω παρατηρήσεις αποκτά εξαιρετικό ενδιαφέρον στα πλαίσια της αρχιτεκτονικής του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος, το θεσμικό πλαίσιο ανεξαρτησίας των νομισματικών αρχών του.

Γ.ΙΙΙ. Θεσμικό πλαίσιο ανεξαρτησίας ΕΚΤ και ΕθνΚΤ
Η ΕΚΤ και οι ΕθνΚΤ απολαμβάνουν πολιτικής ανεξαρτησίας, η οποία συντελεί στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Η νομική ανεξαρτησία της ΕΚΤ έχει τέσσερις μορφές, την οικονομική, την προσωπική, τη λειτουργική και την καταστατική και καθορίζεται στο θεσμικό πλαίσιο για την ενιαία νομισματική πολιτική (στη Συνθήκη και το Καταστατικό της ΕΚΤ) με συγκεκριμένες ρυθμίσεις. Ειδικότερα, ούτε η ΕΚΤ, ούτε οι ΕθνΚΤ, ούτε κανένα μέλος των οργάνων λήψης αποφάσεων των ιδρυμάτων αυτών, δεν μπορεί να ζητεί ή να δέχεται υποδείξεις από κοινοτικά όργανα ή οργανισμούς, από οποιαδήποτε κυβέρνηση κράτους μέλους της ΕΕ ή από οποιονδήποτε άλλον οργανισμό. Τα κοινοτικά όργανα και οι οργανισμοί, καθώς και οι κυβερνήσεις των κρατών μελών, πρέπει να τηρούν την αρχή αυτή και να μην επιδιώκουν να επηρεάζουν τα μέλη των οργάνων λήψης αποφάσεων της ΕΚΤ (άρθρο 130 ΕΚ ).
Η οικονομική διαχείριση της ΕΚΤ είναι χωριστή από την οικονομική διαχείριση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η ΕΚΤ έχει και τον δικό της προϋπολογισμό. Το Καταστατικό, όπως προαναφέρθηκε, προβλέπει πολυετείς θητείες για τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Η δε θητεία των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής δεν μπορεί να ανανεωθεί, ενώ η υπερεθνική δομή του οργάνου αυτού εξασφαλίζει σε μεγάλο βαθμό την αποπολιτικοποιημένη διαχείριση της νομισματικής πολιτικής. Άλλωστε, για τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής προβλέπεται η απαλλαγή από τα καθήκοντα τους μόνο λόγω ανικανότητας εκτέλεσης των καθηκόντων αυτών ή σοβαρού παραπτώματος.
Επιπλέον, δεν επιτρέπεται στο Ευρωσύστημα να χορηγεί δάνεια σε κοινοτικούς οργανισμούς ή εθνικούς δημόσιους φορείς, γεγονός που το προφυλάσσει περαιτέρω από οποιαδήποτε επιρροή ασκούν οι δημόσιες αρχές (άρθρα 123 και 124 ΕΚ) . Ειδικότερα, απαγορεύονται οι υπεραναλήψεις ή οποιουδήποτε άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις από την ΕΚΤ ή από ΕθνΚΤ προς θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, κεντρικές κυβερνήσεις, περιφερειακές, τοπικές ή άλλες δημόσιες αρχές, άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου ή δημόσιες επιχειρήσεις των κρατών μελών. Απαγορεύεται επίσης να αγοράζουν απευθείας χρεόγραφα, από τους οργανισμούς ή τους φορείς αυτούς, η ΕΚΤ ή οι ΕθνΚΤ.
Το Ευρωσύστημα είναι λειτουργικά ανεξάρτητο. Η ΕΚΤ έχει στη διάθεσή της όλα τα μέσα και τις αρμοδιότητες που απαιτούνται για την άσκηση αποτελεσματικής νομισματικής πολιτικής και είναι εξουσιοδοτημένη να αποφασίζει αυτόνομα πώς και πότε θα τα χρησιμοποιήσει. Η ΕΚΤ έχει το δικαίωμα να εκδίδει δεσμευτικούς κανονισμούς στο βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για την εκτέλεση των καθηκόντων του ΕΣΚΤ και σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του Συμβουλίου της ΕΕ . Όλα τα ανωτέρω συνιστούν ένα επαρκές θεσμικό πλαίσιο ανεξαρτησίας για την άσκηση αποτελεσματικής νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ και τις ΕθνΚΤ.

Γ.ΙV. Δημοσιονομική πειθαρχία και νομισματική σταθερότητα
Βασικός στόχος της αρχιτεκτονικής του νομισματικού συστήματος της Ε.Ε. είναι η νομισματική σταθερότητα μεταξύ των χωρών που μετέχουν στη Νομισματική Ένωση (άρθρα 123 και 124 ΣΛΕΕ) , η οποία όμως συναρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό και από τη δημοσιονομική πειθαρχία τους. Μάλιστα, ενώ για τη νομισματική σταθερότητα θεσμοθετήθηκε η ΕΚΤ ως ένας υπερεθνικός μηχανισμός ελέγχου, η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί ένα διακηρυγμένο στόχο, ο οποίος υπηρετείται από τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης μέσα από ένα σύνολο δεσμευτικών διατάξεων, σε συνδυασμό με το ρυθμιστικό περιεχόμενο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), που τις εξειδικεύει και τις αποσαφηνίζει .
Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) είναι ένα κανονιστικό πλαίσιο για τον συντονισμό των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών των χωρών που συμμετέχουν στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ). Αποτελείται από ένα ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (που εγκρίθηκε στο Άμστερνταμ τον Ιούνιο του 1997) και από δύο κανονισμούς του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 που προσδιορίζουν τις τεχνικές λεπτομέρειες (επίβλεψη των δημοσιονομικών θέσεων και του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών· εφαρμογή της διαδικασίας που αφορά τα υπερβολικά ελλείμματα). Το Σύμφωνο Σταθερότητας έχει προληπτικό και αποτρεπτικό σκέλος.
Αποτέλεσμα της ανωτέρω περιγραφόμενης ρύθμισης δημοσιονομικού ελέγχου είναι το γεγονός ότι η δημοσιονομική πολιτική, σε αντίθεση με τη νομισματική πολιτική, αποτελεί το πεδίο όπου οι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών είναι οι πιο έντονες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο προϋπολογισμός είναι η πιο χαρακτηριστική εκδήλωση της εθνικής κυριαρχίας στο οικονομικό πεδίο. O προϋπολογισμός είναι πράγματι το κύριο μέσο προσανατολισμού της οικονομίας. H δημοσιονομική πολιτική ενός κράτους μπορεί να επιδιώκει συγκυριακούς στόχους (την αποφυγή της ύφεσης ή τον περιορισμό του πληθωρισμού) ή στόχους διαρθρωτικής βελτίωσης της εθνικής οικονομίας μέσω των παραγωγικών επενδύσεων. Έτσι όμως έρχεται σε αντίθεση με τον υπερεθνικό σκοπό της νομισματικής σταθερότητας, όπως αυτός εξυπηρετείται από την ΕΚΤ. Σκοπός του Συμφώνου Σταθερότητας είναι να διασφαλίζει την ευρωστία των δημοσίων οικονομικών των κρατών μελών, απαραίτητη προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία της νομισματικής ένωσης.
Από το τρίτο στάδιοτης ONE , οι δημοσιονομικές πολιτικές των κρατών μελών διέπονται από τρεις κανόνες (νομικές δεσμεύσεις):
ι) Απαγορεύονται οι υπεραναλήψεις ή οποιουδήποτε άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις από την Eυρωπαϊκή Kεντρική Tράπεζα (EKT) ή από κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών προς δημόσιες αρχές (κοινοτικές, εθνικές ή περιφερειακές) (άρθρο 123 ΣΛΕΕ) .
ιι) Απαγορεύεται κάθε μέτρο που θεσπίζει προνομιακή πρόσβαση των δημοσίων αρχών στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 124 ΣΛΕΕ) . Και
ιιι) Ούτε η Kοινότητα ούτε τα κράτη μέλη ευθύνονται για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν οι αρχές, οι οργανισμοί ή οι δημόσιες επιχειρήσεις ενός κράτους μέλους (άρθρο 125 ΣΛΕΕ) .
Όλες οι ανωτέρω ρυθμίσεις και απαγορεύσεις, όπως και το σύστημα δημοσιονομικού ελέγχου που περιγράφηκε, ανεξάρτητα από την αποτελεσματικότητά του, στοχεύει πρωτίστως να αποκόψει τις εθνικές κυβερνήσεις και τις εθνικές αρχές να αντλούν μέσα πληρωμών με τη μορφή πιστωτικών διευκολύνσεων κατά τρόπο επιβλαβή στις ανάγκες της ΟΝΕ, που είναι η δημοσιονομική πειθαρχία και η νομισματική σταθερότητα .
Στο αντίποδα της ενιαίας νομισματικής πολιτικής που ασκείται από την ΕΚΤ, εφαρμόζοντας τις ρυθμίσεις για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών, το Συμβούλιο σύμφωνα με το προληπτικό σκέλος του ΣΣΑ επιβλέπει ιδιαίτερα την κατάσταση και τις προοπτικές των δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών μελών. Παράλληλα, η Eπιτροπή παρακολουθεί την εξέλιξη της δημοσιονομικής κατάστασης και το ύψος του δημόσιου χρέους στα κράτη μέλη προκειμένου να εντοπίζει τις μεγάλες αποκλίσεις. Eιδικότερα πρέπει να εξετάζει την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, με βάση τα εξής δύο κριτήρια: (α) κατά πόσον ο λόγος του προβλεπόμενου ή υφιστάμενου δημοσιονομικού ελλείμματος προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν υπερβαίνει μια τιμή αναφοράς (3% του AEΠ), εκτός εάν, είτε ο λόγος αυτός σημειώνει ουσιαστική και συνεχή πτώση και έχει φθάσει σε επίπεδο παραπλήσιο της τιμής αναφοράς, είτε η υπέρβαση της τιμής αναφοράς είναι απλώς έκτακτη και προσωρινή και (β) κατά πόσον ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν υπερβαίνει μια τιμή αναφοράς (60% του AEΠ), εκτός εάν ο λόγος μειώνεται επαρκώς και πλησιάζει την τιμή αναφοράς με ικανοποιητικό ρυθμό (άρθρο 126 ΣΛΕΕ) .
Εάν ένα κράτος μέλος δεν εκπληρώνει τους όρους των κριτηρίων ή ενός από αυτά, η Eπιτροπή συντάσσει έκθεση λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανόμενης της μεσοπρόθεσμης οικονομικής και δημοσιονομικής κατάστασης του κράτους μέλους και απευθύνει τη γνώμη της στο Συμβούλιο (άρθρο 126.5 ΣΛΕΕ). Tο Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, μετά από σύσταση της Eπιτροπής και αφού λάβει υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του εν λόγω κράτους μέλους, αποφασίζει, μετά από συνολική εκτίμηση, εάν υφίσταται ή όχι υπερβολικό έλλειμμα (άρθρο 126.6 ΣΛΕΕ). Eάν αποφασίσει ότι υπάρχει υπερβολικό έλλειμμα, απευθύνει συστάσεις στο εν λόγω κράτος μέλος προκειμένου να τερματιστεί η κατάσταση αυτή εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος (άρθρο 126.7 ΣΛΕΕ). Σε περίπτωση αδράνειας του κράτους μέλους το Συμβούλιο μπορεί, αρχικά, να ανακοινώσει δημοσία τις συστάσεις του (άρθρο 126.8 ΣΛΕΕ) και, στη συνέχεια, να αποφασίσει με έκτακτη ειδική πλειοψηφία να επιβάλει ορισμένα μέτρα στο απείθαρχο κράτος μέλος (άρθρο 126.9 ΣΛΕΕ) .
Ο ανωτέρω μηχανισμός δημοσιονομικού ελέγχου τείνει να εξοπλίσει το νομισματικό σύστημα της Ε.Ε. εκτός από την ανεξαρτησία στόχων, την οποία ούτως ή άλλως έχει η ΕΚΤ καθορίζοντας κυρίαρχα τη νομισματική πολιτική και τους στόχους της (ύψος πληθωρισμού κλπ), και με ανεξαρτησία μέσων . Ανεξαρτησία μέσων υπάρχει όταν η ΕΚΤ και οι ΕθνΚΤ είναι ελεύθερες από κάθε υποχρέωση χρηματοδότησης των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού των κρατών μελών. Όλα τα ανωτέρω καθιστούν σαφές ότι η ΕΚΤ οφείλει να προσδίδει ιδιαίτερη προσοχή σε θέματα σταθερότητας δεδομένου ότι η άσκηση της νομισματικής πολιτικής προϋποθέτει την αλληλεπίδραση μεταξύ του τραπεζικού συστήματος και των χρηματοπιστωτικών αγορών – όσο πιο ομαλή είναι η λειτουργία των τραπεζών και των αγορών αυτών, τόσο πιο εύκολη είναι και η εφαρμογή των μεταβολών επιτοκίων, στα οποία στηρίζεται η νομισματική πολιτική.

Γ.V. Διεθνής οικονομική κρίση και νομισματική σταθερότητα
Η πρόσφατη Διεθνής Κρίση είναι μια παγκόσμια κατάσταση απειλούμενης οικονομικής ύφεσης στον ευρύτερο χρηματοπιστωτικό και τραπεζικό τομέα με γενεσιουργό χώρα τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Ξεκίνησε το έτος 2007. Η κρίση αυτή έρχεται 78 χρόνια μετά την τελευταία μεγάλη κρίση του 1929 αλλά και παλαιότερες πετρελαϊκές κρίσεις. Προέκυψε μετά το ξέσπασμα των προβλημάτων στην αγορά στεγαστικών δανείων χαμηλής εξασφάλισης και την αλόγιστη χρήση δομημένων επενδυτικών προϊόντων που εξαρτιόνταν άμεσα από τη δυνατότητα αποπληρωμής των δανείων από τα οποία παράγονταν. Η προσπάθεια απομάκρυνσης του πιστωτικού και επιτοκιακού κινδύνου από τις τράπεζες και η μετατροπή στάσιμων κεφαλαίων σε εμπορεύσιμους τίτλους, προκάλεσαν ένα “ντόμινο” αλυσιδωτών αντιδράσεων στον αμερικανικό και ευρωπαϊκό τραπεζικό και κτηματομεσιτικό τομέα. Χαρακτηριστικά αυτής της γενικευμένης κατάστασης είναι ο κίνδυνος κατάρρευσης τραπεζών από φημολογία, πώληση άλλων σε ιδιαίτερα χαμηλό τίμημα και άσκηση νομισματικής πολιτικής από τις Κεντρικές Τράπεζες με σκοπό τη διάσωση του χρηματοοικονομικού συστήματος και όχι για τη διασφάλιση των τιμών, όπως παραδοσιακά οφείλουν να πράττουν. Ζημιωμένα βγήκαν τα συστήματα που εκτέθηκαν στα “τοξικά”, όπως χαρακτηρίσθηκαν, ομόλογα, συστήματα που στρέφονται πλέον προς ένα νέο κρατικό παρεμβατισμό, παράλληλα με την κατάρτιση σχεδίων επίλυσης της κρίσης προτού επεκταθεί στην ευρύτερη οικονομία των κρατών που επλήγησαν.
Στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης, θεωρήθηκε ως σημαντικό εργαλείο αντιμετώπισής της και η νομισματική πολιτική από την ΕΚΤ, η οποία αντέδρασε με δύο τρόπους: χαλαρώνοντας τη στάση της, μειώνοντας τα επιτόκια και παρέχοντας ενέσεις ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα. Είναι αλήθεια βέβαια ότι μια επιθετική νομισματική πολιτική θεωρητικά θα μπορούσε να συμβάλλει στην επιτάχυνση των πιστωτικών ροών, στην υποχώρηση των επιτοκίων δανεισμού και στην ανάκαμψη της πραγματικής οικονομίας. Πλην όμως, η παραπάνω λειτουργία της νομισματικής πολιτικής στα πλαίσια της Ε.Ε. προσκρούει στην κρίση εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα και στις δημοσιονομικές αδυναμίες των κρατών μελών . Η ασυμμετρία στο δίπτυχο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης εμποδίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση να αναπτύξει γρήγορα αντανακλαστικά.
Όπως η πρόσφατη κρίση, έτσι και όλες οι μεγάλες οικονομικές αναταραχές που έπληξαν και την Ένωση, απαιτούν γρήγορα αντανακλαστικά, δυνατότητα οικονομικής συνδρομής στις περιφέρειες ή τους τομείς που πλήττονται και τακτικούς χειρισμούς από ένα ενιαίο πολιτικό κέντρο. Το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο που διέπει την ΟΝΕ με το ανωτέρω αναφερόμενο ανισοβαρές μίγμα νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, αποδεικνύεται ότι δεν είναι σε θέση να λύσει τα προβλήματα που προκαλούνται από μεγάλες οικονομικές κρίσεις. Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, που δίνει περισσότερο έμφαση στον περιορισμό των ελλειμμάτων και λιγότερο στην ευελιξία των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών, σε συνδυασμό με την ανοιχτή μέθοδο συντονισμού των οικονομικών πολιτικών στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εν απουσία ενός ισχυρού κέντρου λήψης καθημερινών αποφάσεων, εμποδίζει τη λειτουργία των αυτόματων σταθεροποιητών που απαιτούνται σε συνθήκες έντονων οικονομικών διαταράξεων. Η άσκηση ενιαίας νομισματικής πολιτικής δεν αρκεί αν δεν συνοδεύεται και από μια ενιαία οικονομική – δημοσιονομική πολιτική. Είναι προφανές ότι στην αρχιτεκτονική της νομισματικής ένωσης της ΕΕ επιβάλλεται ένας μεγαλύτερος βαθμός κεντρικοποίησης και της δημοσιονομικής πολιτικής, έτσι ώστε να αντιμετωπίζονται πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά γενικευμένα προβλήματα στην ευρωπαϊκή οικονομία. Η οικονομική σταθεροποίηση της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, που χαρακτηρίζεται και από ανόμοιες παραγωγικές συνθήκες από περιοχή σε περιοχή, πρέπει να ασκείται από κεντρικά όργανα. Αυτό βέβαια προϋποθέτει ότι τα κράτη θα είναι διατεθειμένα να εκχωρήσουν ένα μέρος της εξουσίας τους στα δημοσιονομικά, κάτι που φυσικά σήμερα φαντάζει αδιανόητο, υπό τις παρούσες συνθήκες.

Δ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η πρόσφατη παγκόσμια οικονομική κρίση έχει αποδείξει ακόμα μια φορά ότι η στενή επικέντρωση της ΕΚΤ στη σταθερότητα των τιμών και η παραμέληση της απασχόλησης, της βιώσιμης ανάπτυξης και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας δεν παρέχουν καμία θεραπεία, είτε ενάντια στην χρηματοπιστωτική κρίση, είτε ενάντια στην επικείμενη ύφεση. Αντίθετα έχει συμβάλει στην αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Σήμερα, αντιμέτωποι πλέον με τα αδιέξοδα της αρχιτεκτονικής του συστήματος της ΟΝΕ, που περιγράφονται ανωτέρω, και με τον κίνδυνο της αποσταθεροποίησης του ευρώ να ελλοχεύει, φτάσαμε στο σημείο να σκεφτόμαστε την τελευταία στιγμή, βεβιασμένα και υπό την πίεση των διεθνών κερδοσκόπων πιθανά μέτρα διάσωσης της Ελλάδας και άλλων χωρών της ΕΕ. Για πρώτη φορά στην ιστορία του ευρώ, τίθεται θέμα διάσωσης κράτους μέλους, υπό τις χειρότερες δυνατές συνθήκες (μέσα σε μια παγκόσμια διεθνή κρίση), μάλιστα με τρόπο που πλήττει την αξιοπιστία της ΟΝΕ. Το σχέδιο διάσωσης που φαίνεται να συζητιέται, έρχεται κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή με την ΕΕ να έχει χάσει τις εντυπώσεις και να φαίνεται θεσμικά ανέτοιμη να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Κι αυτό γιατί μέχρι σήμερα η νομισματική πολιτική της Ευρώπης δομήθηκε σε μια λάθος αρχιτεκτονική, όπου υπάρχει νομισματική ένωση, χωρίς πραγματική οικονομική ένωση. Η κρίση μπορεί να αποδειχτεί σε ευκαιρία να αλλάξει την αρχιτεκτονική της ΕΕ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΓΡΑΠΙΔΗ – ΓΚΟΡΤΣΟΥ Β. «Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο θεσμικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης», Εκδόσεις Σάκκουλα, 2006.
ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ Ι., «Η θεσμική διάσταση της Οικονομικής και νομισματικής Ένωσης» στο βιβλίο «Ευρωπαϊκή Ένωση – Πραγματικότητα, προβλήματα και προοπτικές μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ», Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 1996, σελ. 44-76.
ΓΚΟΡΤΣΟΥ Χ. «Εισαγωγή στο θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο της ΟΝΕ», Πανεπιστημιακές παραδόσεις, Φεβρουάριος 2003.
ΓΚΟΡΤΣΟΥ Χ. «Ευρωπαϊκό Νομισματικό Δίκαιο», Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 2004.
ΓΚΟΡΤΣΟΥ Χ. « Η αρχιτεκτονική για τη διασφάλιση της σταθερότητας του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος» άρθρο δημοσιευμένο σε «Το νέο ευρωπαϊκό χρηματοοικονομικό περιβάλλον», Γ. Προβόπουλος – Χρ. Γκόρτσος ΕΕΤ, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 2004, σελ. 197-230.
ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ Π. «Ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο Ι», Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 1985.
ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΥ Α. «Η ανεξερτησία της κεντρικής τράπεζας», Δελτίο Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, Α΄ – Β΄ Τριμηνία 2000, σελ. 42-53.
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Ρ.-Ε. «Η συνεργασία στο δίκαιο της Ε.Ε.» Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 2005.
ΠΙΤΣΙΟΡΛΑ Α. «Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών», Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 1999.
ΣΚΑΝΔΑΜΗ Ν. «Ευρωπαϊκό Δίκαιο Ι – Θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (4) Οργανική υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης», Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2003.
ΣΚΑΝΔΑΜΗ Ν. «Ευρωπαϊκό Δίκαιο Ι – Θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης», Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2003.
ΣΤΕΦΑΝΟΥ Κ. Α. – ΓΚΟΡΤΣΟΥ Χ. ΒΛ. «Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο», Νομική Βιβλιοθήκη 2005.

Ν. Σκανδάμης, Ευρωπαϊκό Δίκαιο Ι – Θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης», έκδοση 2003, σελ. 47 επ.

Πρώην άρθρο 121.1 ΣΕΚ.

Για το λόγο αυτό προαναφέρθηκε ότι το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα αποτελεί τον προθάλαμο της Νομισματικής Ένωσης.

Ν. Σκανδάμης, Ευρωπαϊκό Δίκαιο Ι – Θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (4) Οργανική υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης», σελ. 109-110.

Πρώην άρθρα 105 έως 124 ΣΕΚ.

Ν. Σκανδάμης, ο.π., σελ. 118.

Βίκυ Αγραπίδου – Γκόρτσου, Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο θεσμικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σελ. 19.

Άρθρο 14.2 Καταστατικού ΕΚΤ

Το Διοικητικό Συμβούλιο συνεδριάζει δύο φορές το μήνα. Κατά την πρώτη συνεδρίασή της, κατά κανόνα, το Διοικητικό Συμβούλιο αξιολογεί την οικονομική κατάσταση και τη στάση της νομισματικής πολιτικής. Οι αποφάσεις για τα βασικά επιτόκια που λαμβάνονται κανονικά κατά την εν λόγω συνεδρίαση. Κατά τη δεύτερη συνεδρίασή του, το Διοικητικό Συμβούλιο επικεντρώνεται κυρίως σε θέματα που αφορούν άλλα καθήκοντα και αρμοδιότητες της ΕΚΤ και του Ευρωσυστήματος.

Τα τρία βασικά επιτόκια για τη ζώνη του ευρώ είναι: ι) Το επιτόκιο για την πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης (ΠΚΑ), οι οποίες παρέχουν κανονικά το μεγαλύτερο μέρος της ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα. Το Ευρωσύστημα δύναται να διενεργεί δημοπρασίες που με τη μορφή σταθερού επιτοκίου ή δημοπρασίες ανταγωνιστικού επιτοκίου. ιι) Το ποσοστό διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων, το οποίο οι τράπεζες μπορούν να χρησιμοποιούν για να κάνουν καταθέσεις μίας ημέρας στο Ευρωσύστημα. Και ιιι) Το ποσοστό διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης, η οποία προσφέρει μια μέρα στην άλλη πίστωσης για τις τράπεζες από το Ευρωσύστημα.

Για τα ποσοστά στάθμισης βλέπε σχετικό πίνακα σε Χρ. Γκόρτσο, Ευρωπαϊκό Νομισματικό Δίκαιο, 2004, σελ. 184.

Άρθρο 10.3 Καταστατικού ΕΚΤ

Άρθρο 35.5 Καταστατικού ΕΚΤ

Χρ. Γκόρτσος, ο.π. σελ. 143 επ.

Τέθηκε υπό εκκαθάριση μόλις ιδρύθηκε η ΕΚΤ. Το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα είχε ιδρυθεί κατά το δεύτερο στάδιο της ΟΝΕ με βασικό στόχο να προετοιμάσει τη μετάβαση στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ.

Πρώην άρθρο 105 ΣΕΚ.

Πρώην άρθρο 106 ΣΕΚ.

Στην πράξη, μόνο οι εθνικές κεντρικές τράπεζες εκδίδουν και αποσύρουν από την κυκλοφορία τα τραπεζογραμμάτια (και τα κέρματα) ευρώ. Η ΕΚΤ δεν διαθέτει ταμεία και δεν διενεργεί ταμειακές συναλλαγές.

Άρθρο 127.4 ΣΛΕΕ

Πρώην άρθρο 110 ΣΕΚ

Πρώην άρθρο 107 ΣΕΚ.

Πρώην άρθρο 111 παράγραφος 4 της ΣΕΚ.

Το πρώτο επίπεδο είναι η ΕΚΤ.

Πρώην άρθρο 108 της ΣΕΚ.

Πρώην άρθρο 109 της ΣΕΚ.

Βίκυ Αγραπίδου – Γκόρτσου, ο.π. σελ. 106.

Η λογοδοσία αποτελεί βασικό στοιχείο των δημοκρατικών δομών. Το Ευρωσύστημα είναι αποκλειστικά αρμόδιο για την άσκηση της νομισματικής πολιτικής της ζώνης του ευρώ και, επομένως, έχει την κυριαρχική αρμοδιότητα σε νομισματικά θέματα. Λόγω του σεβασμού προς τις θεμελιώδεις αρχές των δημοκρατικών κοινωνιών η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) λογοδοτεί στους πολίτες και τους δημοκρατικά αιρετούς αντιπροσώπους τους, προκειμένου να αντισταθμίσει το μεγάλο βαθμό ανεξαρτησίας που έχει αποκτήσει. Επομένως, τόσο η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Συνθήκη ΕΚ) όσο και το Καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (Καταστατικό του ΕΣΚΤ) περιλαμβάνουν διατάξεις που υποχρεώνουν την ΕΚΤ, όπως οποιαδήποτε άλλη ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα, να υποβάλλει τις πράξεις και τις αποφάσεις της σε δημόσιο έλεγχο. Άλλωστε, είναι προς το συμφέρον της ΕΚΤ να διασφαλίζει ότι οι αποφάσεις της εξηγούνται και αιτιολογούνται σωστά, ούτως ώστε οι πολιτικές της να λαμβάνουν την ολοένα και μεγαλύτερη στήριξη του κοινού. Η νομιμότητα της ΕΚΤ – που αποτελεί ανεξάρτητο οργανισμό – στηρίζεται σε ένα εκτενές πλαίσιο λογοδοσίας. Έτσι, η ΕΚΤ καλείται να εξηγεί και να αιτιολογεί ενώπιον των Ευρωπαίων πολιτών και των αιρετών τους αντιπροσώπων τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τις εξουσίες και τα προνόμια που της έχουν εκχωρηθεί. Βλ. http://www.ecb.int/ecb/educational/facts/orga/html/or_008.el.html

Όπως και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Ίσως η πιο χαρακτηριστική διατύπωση της σχέσης των δύο οργάνων. Βλ. Βίκυ Αγραπίδου – Γκόρτσου, ο.π. σελ. 131.

Τις διατάξεις που αναφέρονται στα άρθρα 4, 5, σημείο 4, 19, σημείο 2, 20, 28, σημείο 1, 29, σημείο 2, 30, σημείο 4, και 34, σημείο 3 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ.

Πρώην άρθρο 107 της ΣΕΚ

Άρθρο 132 παρ. 1 ΣΛΕΕ.

Fritz Scharpf, Legitimate Diversity: The New Challenge of European Integration, σελ. 5, http://www.cee.sciences-po.fr/

Christa Randzio-Plath – Tomasso Padoa-Schioppa,The European Central Bank: Independence and Accountability, σελ. 27, http://www.zei.de/download/zei_wp/B00-16.pdf

Iωάννη A. Mουρμούρα, H θεσμοθέτηση της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών από την εκτελεστική εξουσία, http://www.civilitas.gr/books/podo/xt/kt.pdf

Πρώην άρθρο 108 της ΣΕΚ.

Πρώην άρθρα 101 και 102 της ΣΕΚ.

http://www.ecb.int/ecb/orga/independence/html/index.el.html

Την 1η Ιανουαρίου 1999 άρχισε το τρίτο και τελικό στάδιο της ΟΝΕ με τον αμετάκλητο καθορισμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών των νομισμάτων των 11 κρατών μελών που συμμετείχαν αρχικά στη Νομισματική Ένωση και με την άσκηση ενιαίας νομισματικής πολιτικής υπό την ευθύνη της ΕΚΤ. Τα συμμετέχοντα κράτη μέλη έγιναν 12 με την είσοδο της Ελλάδας στο Τρίτο Στάδιο της ΟΝΕ, την 1η Ιανουαρίου 2001. Η Σλοβενία έγινε το δέκατο τρίτο μέλος την 1η Ιανουαρίου 2007. Ακολούθησαν η Κύπρος και η Μάλτα ένα χρόνο μετά και η Σλοβακία την 1η Ιανουαρίου 2009. Οι κεντρικές τράπεζες των χωρών που εντάχθηκαν στη ζώνη του ευρώ έγιναν αυτομάτως – την ημέρα της ένταξής τους – μέλη του Ευρωσυστήματος.

Βλ. σχετικά http://europa.eu/scadplus/glossary/stability_growth_pact_el.htm.

Άρχισε την 1η Ιανουαρίου 1999.

Πρώην άρθρο 101 ΣΕΚ.

Πρώην άρθρο 102 ΣΕΚ.

Πρώην άρθρο 103 ΣΕΚ.

Ν. Σκανδάμης, ο.π., σελ. 123.

http://ec.europa.eu/economy_finance/sgp/index_el.htm

Πρώην άρθρο 104 ΣΕΚ.

Το Συμβούλιο, εφόσον ένα κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με απόφαση που έχει ληφθεί σύμφωνα με την παράγραφο 9, μπορεί να αποφασίσει να εφαρμόσει ή να ενισχύσει ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: α) να απαιτήσει να δημοσιεύει το εν λόγω κράτος μέλος πρόσθετες πληροφορίες τις οποίες ορίζει το Συμβούλιο, προτού εκδώσει ομολογίες και χρεόγραφα, β) να καλέσει την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να αναθεωρήσει την πολιτική δανεισμού που ασκεί έναντι του εν λόγω κράτους μέλους, γ) να απαιτήσει από το εν λόγω κράτος μέλος να καταθέσει ατόκως στην Ένωση ποσό κατάλληλου ύψους, έως ότου, κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, διορθωθεί το υπερβολικό έλλειμμα και δ) να επιβάλει πρόστιμα εύλογου ύψους. Ο πρόεδρος του Συμβουλίου ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τις αποφάσεις τις οποίες λαμβάνει.

Βίκυ Αγραπίδου – Γκόρτσου, ο.π. σελ. 160.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο αναφέρεται ως “the credit cruch” και στις Ηνωμένες Πολιτείες “the credit crisis”

Η ΕΚΤ μείωσε τα επιτόκια από 4,25% τον Ιούλιο του 2008 σε 2,5% το Δεκέμβριο του 2008 ενώ η Τράπεζα της Αγγλίας άγγιξε τα χαμηλότερα επίπεδα της Ιστορίας της, διαμορφώνοντας τα επιτόκια στο 2,0% το Δεκέμβριο 2008. Παράλληλα, διατέθηκαν αφειδώς δισεκατομμύρια ευρώ, στερλίνες, γιέν και δολάρια από τις κεντρικές τράπεζες για την παροχή ρευστότητας στην διατραπεζική αγορά καθώς οι εμπορικές τράπεζες ήταν απρόθυμες να δανείσουν η μια στην άλλη. Τα περιθώρια επιτοκίων στους δείκτες Libor και Euribor παρέμειναν σε πολύ υψηλά επίπεδα, υπογραμμίζοντας την έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των τραπεζών. http://blogs.eliamep.gr/petsas/pagkosmia-ikonomiki-krisi-i-eties-ke-i-antimetopisi-tis-2/

Νίκου Κουτσιάρα, Η οικονομική κρίση και η πολιτική στην Ευρώπη: Η ώρα των μετρημένων προσδοκιών – Μέρος Ι & ΙΙ, http://blogs.eliamep.gr/koutsiaras/i-ikonomiki-krisi-ke-i-politiki-stin-evropi-i-ora-ton-metrimenon-prosdokion-%e2%80%93-meros-i/